Υπογραφές για τη διάσωση του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle

Η καμπάνια «τρέχει» ως τις 16 Απριλίου

- Newsroom

Έπειτα από περισσότερες από έξι δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας, το ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle (DW) οδηγείται σε κατάργηση. Σύμφωνα με ανακοίνωση της διοίκησης του γερμανικού διεθνούς ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, την 1η Ιανουαρίου 2027 η ελληνική γλώσσα θα αφαιρεθεί πλήρως από το πρόγραμμα του σταθμού. Να σημειωθεί, ότι πρόκειται για τη μοναδική γλωσσική υπηρεσία από τις 32 της DW, που οδεύει προς κατάργηση. Η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ‘πακέτου’ περικοπών συνολικού ύψους 21 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο καλείται να υλοποιήσει η DW για το 2026. Η περικοπή προκύπτει από τη μείωση κατά 10 εκατομμύρια ευρώ της ομοσπονδιακής επιχορήγησης, σε συνδυασμό με ένα επιπλέον δημοσιονομικό έλλειμμα 11 εκατομμυρίων ευρώ.

«Ήταν μία βίαιη, αιφνιδιαστική, εντελώς λανθασμένη απόφαση», τα σχόλια που αποτυπώνουν τις πρώτες αντιδράσεις στο άκουσμά της. Οι προβληματισμοί έντονοι, όχι μόνο στο εσωτερικό της DW αλλά και σε ευρύτερους δημοσιογραφικούς, πολιτικούς και ομογενειακούς κύκλους. Για τους εργαζομένους της ελληνικής σύνταξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν μεταναστευτικό προφίλ, πρόκειται για μια επιλογή, που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με οικονομικούς όρους. Όπως υποστηρίζουν, «πρόκειται για μια απόφαση με σοβαρές δημοσιογραφικές, πολιτικές και συμβολικές προεκτάσεις, η οποία κινδυνεύει να αποδυναμώσει έναν από τους σημαντικότερους διαύλους ενημέρωσης και διαλόγου μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας».

Tι αναφέρει η σχετική ανακοίνωση

«Η ελληνόφωνη υπηρεσία της DW θα διακοπεί. Αυτή η υπηρεσία παρείχε ανεξάρτητη πληροφόρηση στο κοινό στην Ελλάδα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Λειτούργησε ως σημαντικό κανάλι διαλόγου κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, μεταφέροντας τις γερμανικές απόψεις στο ελληνικό κοινό. Η Ελλάδα είναι από καιρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι μια σταθερή δημοκρατία με ένα ποικίλο τοπίο Μέσων Ενημέρωσης, και γι' αυτό και η DW πρέπει να προχωρήσει στις περικοπές σε αυτόν τον τομέα», αναφέρει η ανακοίνωση εκ μέρους της διοίκησης της DW. Τις περικοπές, οι οποίες κρίνονται επιβεβλημένες, η γενική διευθύντρια του της DW, κ.Μπάρμπαρα Μάσινγκ, χαρακτηρίζει «εξαιρετικά επώδυνες». Η ίδια, μάλιστα, τονίζει ότι η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα του μέσου. Ειδικότερα, όπως επισημαίνει κ. Μάσινγκ: «Οι εξοικονομήσεις, που κατέστησαν αναγκαίες από τις κρατικές περικοπές και την έλλειψη αντιστάθμισης για τις συμφωνημένες συλλογικές αυξήσεις μισθών είναι εξαιρετικά επώδυνες. Αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητά μας σε μια εποχή που μια ισχυρή γερμανική και ευρωπαϊκή παρουσία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε να προωθούμε την πρωτοβουλία της DW για την ποιότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια – αν και με βραδύτερο ρυθμό. Η DW θεωρείται ευρέως ως μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή πληροφοριών, τόσο σε αγορές υπό καθεστώς λογοκρισίας, όσο και σε χώρες όπου η Γερμανία οικοδομεί στρατηγικές συνεργασίες. Η βιώσιμη χρηματοδότηση για το μέλλον είναι ζωτικής σημασίας, εάν θέλουμε να εκπληρώσουμε τη δημοσιογραφική μας εντολή σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο χώρο πληροφόρησης. Τώρα είναι η ώρα η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο να χαράξουν από κοινού την απαραίτητη πορεία».

Σε κάθε περίπτωση, το οικονομικό όφελος από το κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος μοιάζει περιορισμένο. Σύμφωνα με τον κ.Σπύρο Μοσκόβου, επί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα διευθυντή της ελληνικής σύνταξης και σήμερα senior editor στην ευρωπαϊκή σύνταξη της DW, το ποσό που εξοικονομείται από το κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος, ανέρχεται σε περίπου 700.000 ευρώ ετησίως. «Σε έναν προϋπολογισμό, που ξεπερνά τα 400 εκατομμύρια ευρώ, η εξοικονόμηση αυτή είναι μηδαμινή. Γι’ αυτό λέμε ότι πλέον είναι θέμα βούλησης», σημειώνει. Το ίδιο υποστηρίζουν και μέλη του δημοσιογραφικού επιτελείου της ελληνικής σύνταξης, λέγοντας πως «το ποσό αντιστοιχεί μόλις στο 0,2% του συνολικού προϋπολογισμού της DW, επομένως δεν ‘σώζεται’ ο οργανισμός από αυτό το ποσό».

Ο αιφνιδιασμός και οι αντιδράσεις

Η ανακοίνωση της απόφασης αιφνιδίασε τη συντακτική ομάδα. «Ήρθαν μια Τετάρτη και μας είπαν απλά, ότι το πρόγραμμα κλείνει. Πως είναι δυνατόν να κόβεις μια από τις πιο σημαντικές ευρωπαϊκές γλώσσες, τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;» διερωτάται συνεργάτης της ομάδας, χαρακτηρίζοντας την απόφαση ‘βίαιη’, ‘υψηλού συμβολισμού’, ‘όχι μόνο ‘κακή’ αλλά τη ‘χειρότερη, που θα μπορούσε να ληφθεί’. Όσο για τη στάση των συναδέλφων από τις άλλες γλώσσες, κυριαρχεί ένα κλίμα αλληλεγγύης – «ειδικά από τους Τούρκους» - αλλά και φόβου, ότι μπορεί εκείνοι να είναι οι επόμενοι. Για την πλειοψηφία των εργαζομένων στην ελληνική σύνταξη, η απόφαση ελήφθη με στενά τεχνοκρατικά κριτήρια, παραγνωρίζοντας τον ιστορικό χαρακτήρα του προγράμματος αλλά και το σημαντικό ρόλο, που καλείται να διαδραματίσει σήμερα, με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή να μην την δικαιολογούν. «Η απόφαση ελήφθη με καθαρά οικονομικούς όρους και όχι με όρους πολιτικής σημασίας», σημειώνει η δημοσιογράφος Ειρήνη Αναστασοπούλου, η οποία έχει τη μεγαλύτερη προϋπηρεσία στο πρόγραμμα από όλους τους συναδέλφους της – 40 χρόνια! «Η DW είναι το μέσο, που μεταφέρει τη φωνή της Γερμανίας στον κόσμο

. Σε μια περίοδο, που η Γερμανία θέλει να παίξει πιο ενεργό ρόλο στην Ευρώπη, η απόφαση αυτή δημιουργεί ερωτήματα», διερωτάται. Κατά την ίδια, η DW δεν είναι ένα απλό μιντιακό προϊόν, αλλά ένα εργαλείο δημόσιας διπλωματίας της Γερμανίας. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει πολλαπλές κρίσεις, η παρουσία ενός αξιόπιστου διεθνούς μέσου θεωρείται πολύ σημαντική ενώ συνδέει το ζήτημα και με το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον αφού η Ελλάδα αλλά και η Κύπρος, είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στη διαχείριση μεταναστευτικών ροών και ενεργειακών εξελίξεων. «Η νοτιοανατολική Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρείται περιοχή χαμηλής προτεραιότητας», λένε οι δημοσιογράφοι του τμήματος, τονίζοντας ότι η χώρα μας βρίσκεται στα σύνορα της ΕΕ απέναντι από την Τουρκία, κοντά στα Βαλκάνια και στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή ενώ ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη ο πόλεμος στην Ουκρανία. Δεν θα έπρεπε, ακόμη, να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι την ημέρα, που προγραμματίζεται η παύση λειτουργίας του ελληνικού προγράμματος, 1/1/27, η χώρα μας αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, εντός του 2027 έχουμε εκλογές ενώ το 2028, ακολουθούν οι εκλογές στην Κύπρο.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί, ότι η DW έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην περιφέρεια, δηλαδή στις χώρες, στις οποίες εκπέμπει – μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις, τα ρεπορτάζ της «έχουν ‘ενοχλήσει’ αλλά διαπνέονται από την καθαρότητα της αντικειμενικότητας, καθώς δεν συνδέονται ούτε με οικονομικά, ούτε με πολιτικά συμφέροντα στην Ελλάδα», όπως υπογραμμίζεται.

Άμεσα επηρεάζονται από την παύση του προγράμματος, 14 εργαζόμενοι και έξι ανταποκριτές. «Επειδή, όμως, τα συμβόλαια είναι διαφορετικά, δεν απολαμβάνουν όλοι της ίδιας προστασίας. Κάποιοι θα λάβουν αποζημίωση, άλλοι όχι», σημειώνουν. Όπως επισημαίνεται αναφορικά με τις επιπτώσεις της απόφασης στο προσωπικό, εκτός από το στενό δημοσιογραφικό πυρήνα του ελληνικού προγράμματος, αναμένεται να επηρεαστούν συνολικά περίπου 160 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε όλο το δίκτυο.

Μία χιονοστιβάδα αντιδράσεων ξεσηκώθηκε ως απόρροια της απόφασης, τόσο από την Ελλάδα, όσο και από τη Γερμανία. Μέρα με τη μέρα, αθροίζονται επιστολές διαμαρτυρίας από οργανώσεις της ελληνικής ομογένειας και διάφορους φορείς ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ενώ έχουν ξεκινήσει ψηφίσματα συλλογής υπογραφών - μάλιστα, εάν συγκεντρωθούν 30.000 υπογραφές πολιτών, το ζήτημα θα έρθει προς συζήτηση στη γερμανική βουλή, ανοίγοντας έτσι την προοπτική αναθεώρησης της χρηματοδότησης της DW.

«Οι Έλληνες της Γερμανίας, περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι, έχουν αρχίσει να κινητοποιούνται. Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων έστειλε επιστολή, παρενέβη ο μητροπολίτης Αυγουστίνος, ξεκίνησε ψήφισμα για την ανάκληση της απόφασης», θα πει ο κ.Μοσκόβου

Η δυναμική του ψηφιακού μετασχηματισμού

Η ειρωνεία, σύμφωνα με τους εργαζομένους, είναι ότι το ελληνικό πρόγραμμα όχι μόνο δεν βρίσκεται σε παρακμή αλλά αντίθετα, είχε εισέλθει σε φάση τεράστιας ανάπτυξης, ιδιαίτερα στο ψηφιακό περιβάλλον. Κατά 400% αυξήθηκε η επισκεψιμότητα του προγράμματος στο διαδίκτυο μόνο εντός του τελευταίου έτους ενώ μεγάλο άνοιγμα έγινε και στα νεότερης ηλικίας κοινά – η παρουσία του ελληνικού προγράμματος στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το TikTok, είναι πολύ ισχυρή. Την ίδια στιγμή, όλα τα βίντεο του προγράμματος υποτιτλίζονται για λόγους προσβασιμότητας. Όπως προκύπτει, το ελληνικό πρόγραμμα της DW αποτελεί πρότυπο και για τα υπόλοιπα, αποσπώντας ταυτόχρονα και επαίνους. «Μέχρι τώρα, μας έδιναν συγχαρητήρια για τα νούμερα και την πρόοδο του προγράμματος», αναφέρουν οι εργαζόμενοι, που περιμένουν σοκαρισμένοι τις εξελίξεις και ελπίζουν σε ανάκληση της απόφασης, εφόσον επικρατήσει η λογική.

Ένα πρόγραμμα με ιστορία έξι δεκαετιών

Η Deutsche Welle ιδρύθηκε το 1953 και αποτελεί τον διεθνή ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό της Γερμανίας. Με έδρες στη Βόννη και το Βερολίνο, η DW απευθύνεται σε παγκόσμιο κοινό μέσω τηλεόρασης, ραδιοφώνου και ψηφιακών πλατφορμών, εκπέμποντας σε 32 γλώσσες. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, απασχολεί περίπου 1.668 εργαζομένους και περισσότερους από 4.000 συνεργάτες σε παγκόσμιο επίπεδο, προερχόμενους από πάνω από 140 εθνικότητες. Η αποστολή της είναι να μεταφέρει τη γερμανική και ευρωπαϊκή οπτική για τα διεθνή γεγονότα, προωθώντας παράλληλα την ανεξάρτητη δημοσιογραφία και τις δημοκρατικές αξίες.

Σε αυτό το διεθνές μιντιακό οικοσύστημα, το ελληνικό πρόγραμμα αποτέλεσε για δεκαετίες μια ιδιαίτερη περίπτωση. Όχι μόνο λόγω της ιστορίας του, αλλά και λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης, που είχε αναπτύξει με το ελληνικό κοινό. Ειδικότερα, η ελληνική υπηρεσία της DW δεν ήταν απλώς ένα ακόμη ξενόγλωσσο πρόγραμμα αλλά για μεγάλο μέρος του ελληνικού κοινού – κυρίως τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 - αποτέλεσε μια εναλλακτική πηγή πληροφόρησης σε μια εποχή έντονης πολιτικής έντασης. Ο κ.Σπύρος Μοσκόβου αναδεικνύει το βάρος αυτής της ιστορίας: «Η ελληνική εκπομπή της DW ήταν μία από τις σημαντικότερες. Στην ουσία πρόκειται για ένα αυτόνομο κεφάλαιο της ραδιοφωνικής ιστορίας του 20ού αιώνα. Ένα ξένο μέσο από τη Γερμανία έπαιξε στην Ελλάδα της δικτατορίας τον ρόλο, που θα έπρεπε να παίξουν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία όμως ήταν φιμωμένα», σημειώνει. Η ιστορική αυτή συμβολή δημιούργησε ένα ιδιαίτερο συμβολικό κεφάλαιο στις σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας, καθώς η DW λειτούργησε σαν ένα είδος ‘ιστορικής γέφυρας’ μεταξύ των δύο χωρών. «Για πολλούς Έλληνες», εξηγεί ο ίδιος, «η DW θεωρήθηκε η πρώτη θετική επένδυση της Γερμανίας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο και την κατοχή».

Πλήγμα στον ελληνογερμανικό διάλογο η παύση του ελληνικού προγράμματος;

Περισσότερο σε συμβολικό παρά σε αμιγώς δημιοσιογραφικό επίπεδο αναφορικά με την ανεργία των πληττόμενων συνεργατών, καταγράφονται τα αρνητικά αποτελέσματα από την επικείμενη κατάργηση του ελληνικού προγράμματος της DW, η οποία υπήρξε επί δεκαετίες ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, ιδιαίτερα σε δύσκολες περιόδους, όπως η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. «Η DW ήταν πάντα μια γέφυρα», τονίζει η Ειρήνη Αναστασοπούλου. «Ένα μέσο που μετέφερε τη γερμανική οπτική στο ελληνικό κοινό αλλά και την ελληνική πραγματικότητα προς τη Γερμανία». Η ίδια φοβάται ότι η απουσία αυτής της γέφυρας θα δημιουργήσει κενό. Σύμφωνα με τους Έλληνες δημοσιογράφους, «σήμερα ειδικά, την εποχή ‘Τραμπ’, που ο Τύπος βάλλεται, που μας κατακλύζουν τα fake news, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι είναι απαραίτητοι. Όταν αυτοί σιωπήσουν, τότε θα σταματήσουν οι κριτικές φωνές». Όπως προσθέτει δε ο κ.Μοσκόβου: «Οι Γερμανοί θα έπρεπε να την διαφυλάξουν ως ‘κόρην οφθαλμού’ – μην ξεχνάμε, ότι οι γενιές διαδέχονται η μια την άλλη, η μνήμη αδυνατίζει και πρέπει να υπενθυμίζουμε ορισμένα πράγματα εξαρχής. Επίσης, οι διμερείς σχέσεις είναι πάντα ένα πεδίο, που πρέπει να αγωνίζεται κανείς διαρκώς για να το βελτιώνει».

Μία ακόμη παράμετρος, που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, είναι πως με το κλείσιμο του ελληνικού τμήματος της DW, απαξιώνεται και η ίδια η Ελλάδα, καθώς ‘εγκαταλείπεται’ από έναν μεγάλο οργανισμό. Αν και την απόφαση της DW, συνοδεύει η πρόθεση να επενδύσει σε χώρες, όπως η Ινδία ή η Ινδονησία, που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από δημοκρατία, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η Ελλάδα – όπου η δημοκρατία είναι εδραιωμένη – βρίσκεται στην τελευταία θέση στην ΕΕ στην Ελευθερία του Τύπου, σύμφωνα με τους Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα και στην 89η θέση στον κόσμο.

Παρά την επίσημη ανακοίνωση, 10 μήνες πριν την εφαρμογή της κατάργησης του ελληνικού προγράμματος, η ελπίδα για να ανακληθεί παραμένει ζωντανή. Ο κ. Μοσκόβου εκτιμά ότι το θέμα θα κριθεί τους επόμενους μήνες και εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία: «Νομίζω ότι μέχρι τον Απρίλιο θα φανεί αν υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησης».

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από το ελληνικό πρόγραμμα της DW ξεπερνά τα όρια ενός δημοσιογραφικού οργανισμού, αφού αγγίζει συνολικά το μέλλον της διεθνούς ενημέρωσης, τον ρόλο των δημόσιων μέσων και τη σημασία της γλώσσας στη διεθνή επικοινωνία. «Όταν βάζεις λουκέτο σε ένα μέσο με 60 χρόνια ιστορίας, είναι σαν να σκοτώνεις έναν ζωντανό οργανισμό», σχολιάζουν εργαζόμενοι, επισημαίνοντας ότι «ειδικά το ελληνικό πρόγραμμα της DW δεν είναι μόνο ‘μια γλώσσα’ στο πρόγραμμα ενός διεθνούς οργανισμού αλλά ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής δημοσιογραφικής ιστορίας».

Το λινκ του ψηφίσματος για τη συγκέντρωση υπογραφών, ΕΔΩ

Πηγή: protothema.gr 

Loader
ESPA