Θεσσαλονίκη: Στη συλλογή του Μουσείου Οίνου Γεροβασιλείου 68 ανοιχτήρια του 18ου και 19ου αιώνα
Ξεχωριστό είναι και το ανοιχτήρι αυτοέλξης με σταθερό πλαίσιο, που έρχεται να προστεθεί στην ήδη πλούσια συλλογή με ανοιχτήρια του Μουσείο
Ο Θοδωρής Κοτονιάς έρχεται στη Θεσσαλονίκη για δύο βραδιές όπου η μουσική γίνεται παύση, ανάσα και αναζήτηση του χαμένου πυρήνα
Υπάρχουν στιγμές που η μουσική δεν έχει ανάγκη να φωνάξει. Αντίθετα, μοιάζει να ζητά χώρο για να ακουστεί χαμηλόφωνα, καθαρά, σχεδόν εξομολογητικά. Να λειτουργήσει σαν μια παύση μέσα στον καταιγισμό των πληροφοριών, σαν μια ανάσα σε μια εποχή που μοιάζει να τρέχει πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχουμε, κάτι δηλαδή σαν… «φυλαχτό».
Σε μια τέτοια στιγμή έρχονται και οι εμφανίσεις του Θοδωρή Κοτονιά στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου στη μουσική σκηνή Soul και το Σάββατο 24 Ιανουαρίου στο Ρεσάλτο, στον Σταυρό.
Ο ίδιος μιλά ανοιχτά στη «ΜτΚ» για τη σύγχυση της εποχής. «Μέσα σε όλα αυτά τα άσχημα που μας συμβαίνουν, τι μπορεί να κάνει κάποιος; Διαλογισμό, περπάτημα, ψάξιμο με τον εαυτό, διάβασμα, ενασχόληση με ωραία πράγματα ή με τις θρησκείες, όποια θέλει ο καθένας. Το θέμα είναι να μην αρκείσαι σε αυτό που βλέπεις γύρω σου».
Για τον Θοδωρή Κοτονιά, η εξωτερική ζωή, όπως τη ζούσαμε κάποτε, δεν ευνοεί πια την ουσία. «Μιλάμε για φοβερή τρέλα», λέει, χωρίς υπερβολή, σαν να περιγράφει κάτι που όλοι βιώνουμε αλλά δύσκολα ομολογούμε. «Έχουμε χάσει τον πυρήνα μας σήμερα, και αυτό είναι ολοφάνερο», σημειώνει.
Κάποτε, όποιος στεκόταν στα αρνητικά θεωρούνταν απαισιόδοξος. «Τώρα είμαστε απλώς πραγματιστές. Δεν γίνεται να μην το βλέπεις, αλλιώς δεν πρόκειται να αλλάξει κιόλας». Η ανάγκη, επιμένει, είναι να στραφούμε προς τα μέσα. Να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, όχι επιφανειακά αλλά ουσιαστικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη είχε ανέκαθεν έναν κομβικό ρόλο. «Η ανθρωπότητα είχε για τη γνώση τρεις-τέσσερις πυλώνες: την επιστήμη, τη θρησκεία που έψαχνε την επανένωση του ανθρώπου με κάτι μεγαλύτερο και τις τέχνες, για να βρει ο άνθρωπος την αλήθεια του».
Σήμερα, όμως, κάτι έχει χαθεί. «Συνήθως οι τέχνες ήταν για να βρούμε τον εσωτερικό μας κόσμο. Τώρα είναι ένα μέσο για να αναδείξουμε το εξωτερικό μας». Το γερό σώμα, η εικόνα, η διαρκής προβολή. «Δεν είναι κακό να θέλουμε να είμαστε όμορφοι ή ευχάριστοι. Απλώς δεν είναι μόνο αυτό».
Αυτή η μετατόπιση, κατά τη γνώμη του, εξηγεί και γιατί πολλά σύγχρονα τραγούδια
μοιάζουν άδεια. «Δεν γράφουμε κομμάτια δυνατά, γιατί δεν ζούμε δυνατά. Δεν ζούμε
εσωτερικά για να βγουν τραγούδια με ουσία». Ο νους υπερισχύει, η πληροφορία
κατακλύζει τα πάντα. «Η πληροφορία ατονεί την καρδιά. Μπαίνεις στο κινητό σου
και το πρώτο πράγμα που ακούς είναι: έλα να σου δείξω πώς να κάνεις αυτό, πώς να
κάνεις εκείνο… Μετά είσαι σαν ζαβός και κάνεις ό,τι σου λένε οι άλλοι», υποστηρίζει ο καλλιτέχνης.
Ένα φυλαχτό σαν καταφύγιο
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, «Το Φυλαχτό», ο τελευταίος του δίσκος, έρχεται σχεδόν αντιστικτικά. Όχι ως απάντηση, αλλά ως καταφύγιο. Δέκα τραγούδια που μαζεύτηκαν με τα χρόνια, μέσα από σχέσεις και παρέες, όχι για να υπηρετήσουν μια παραγωγή αλλά μια εσωτερική ανάγκη. «Το άλμπουμ μοιάζει πιο πολύ με τον πρώτο μου δίσκο», λέει, «απλώς έχει ένα ιδιαίτερο χρώμα, πιο κοντά στην Κρήτη».
Η ενασχόλησή του με ανθρώπους και μουσικούς από εκεί, οι «κουμπαριές» και τα δώρα
που του έδωσαν, άφησαν έντονο αποτύπωμα. Η Κρήτη, άλλωστε, δεν είναι για τον Θοδωρή απλώς ένα μουσικό ύφος. Είναι μια εμπειρία ζωής. «Όταν ήμουν μικρός και ήθελα κάτι να στεριωθώ στα πόδια μου, κάτι διονυσιακό, το έβρισκα στη ροκ σκηνή. Αυτό το πράγμα τώρα το βρήκα στην Κρήτη».
Μια ζωντανή παράδοση που ακόμα γεννά τραγούδια, μαντινάδες, στιγμές. «Πας εκεί και ο άλλος σου λέει: πάρε αυτή τη μαντινάδα, και στη γράφει εκείνη τη στιγμή. Μικρά διαμάντια».
Στη μουσική του συναντιούνται όλα αυτά: η κρητική δύναμη, το ρεμπέτικο και το σμυρναίικο ύφος του Πειραιά (αφού μεγάλωσε στα Καμίνια και η μία του καταγωγή είναι από τη Σμύρνη), η παράδοση της Στερεάς Ελλάδας από την πλευρά του πατέρα του. «Δεν είναι μόνο οι συνήθειες, είναι η νοοτροπία», εξηγεί. Οι γειτονιές, τα γλέντια, η ζεστασιά, οι μουσικές που άκουγαν οι γονείς και οι φίλοι του. Όλα αυτά γίνονται χροιά, ατμόσφαιρα, τρόπος.
Αυτήν την αίσθηση θέλει να μεταφέρει και στις δύο βραδιές στη Θεσσαλονίκη. Το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει τραγούδια παλιότερα, κομμάτια από τον τελευταίο του
δίσκο, αλλά και διασκευές από την παράδοση και από δημιουργούς που θεωρεί δασκάλους. Όχι ως αναδρομή, αλλά ως ζωντανή συνάντηση.
Σε αυτή τη δύσκολη εποχή ο ίδιος δεν ζητά πολλά από τη μουσική του. «Αυτό που
θέλω να αισθάνομαι κι εγώ όταν παίζουμε», λέει. «Να σταματάει αυτή η γρήγορη
ροή της ζωής μας και, έστω για πολύ λίγες στιγμές, να μπορέσουμε να θυμηθούμε
πώς ήμασταν όταν μια γλυκιά μελωδία ή ένας στίχος μπορούσε να μας ανακουφίσει»,
επισημαίνει.
Και ίσως, τελικά, αυτές οι εμφανίσεις να μην είναι απλώς συναυλίες. Να είναι «τα κλειδιά» (σαν το ομότιτλο τραγούδι που ο ίδιος έγραψε και το σιγοτραγουδάμε όλοι μας λίγο πολύ), αλλά και μια μικρή υπενθύμιση ότι, μέσα στον θόρυβο, υπάρχει ακόμα χώρος για σιωπή, για ουσία και για τραγούδια που δεν φοβούνται να λειτουργήσουν σαν φυλαχτό. Αν όχι για να αλλάξουν τον κόσμο, τουλάχιστον για να μας κρατήσουν όρθιους μέσα του.
Ξεχωριστό είναι και το ανοιχτήρι αυτοέλξης με σταθερό πλαίσιο, που έρχεται να προστεθεί στην ήδη πλούσια συλλογή με ανοιχτήρια του Μουσείο
Υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και της πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης
Από το 2008 στον Λευκό Πύργο, στο ισόγειο και σε έξι ορόφους στεγάζεται η μόνιμη πολυμεσική έκθεση της ιστορίας της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της, το 316/5 π.Χ., μέχρι τον 20ο αιώνα