Υπάρχουν έργα που δεν ανήκουν απλώς στο θεατρικό ρεπερτόριο, αλλά στη συλλογική μνήμη του κοινού. Έργα που, όσες φορές κι αν ανέβουν στη σκηνή, εξακολουθούν να μιλούν κατευθείαν στην καρδιά. «Το Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη είναι ένα από αυτά.
Είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του και έχοντας συγκινήσει περισσότερους από 500.000 θεατές σε Ελλάδα και εξωτερικό, το εμβληματικό έργο επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Αυλαία, για τρεις μοναδικές παραστάσεις στις 20, 21 και 22 Φεβρουαρίου, σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη και Ερμίνας Κυριαζή.
Όταν «το γάλα» σημαίνει τρυφερότητα
Στα ρωσικά, η λέξη «γάλα» σημαίνει «μαλακό». Μια γλωσσική σύμπτωση που γίνεται ποιητικό κλειδί για να ξεκλειδώσει ολόκληρο το σύμπαν του έργου. Όπως εξηγεί στο emakedonia ο Μάνος Καρατζογιάννης: «Αυτή η αίσθηση της βαθιάς τρυφερότητας, της ανάγκης για αγάπη, είναι που με γοητεύει περισσότερο. Όταν αυτή δεν εκπληρώνεται, τότε νιώθουμε όλοι ξένοι. Σαν πρόσφυγες ανάμεσα σε δυο πατρίδες».
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια μητέρα από την πρώην Σοβιετική Ένωση και οι δύο γιοι της. Μια οικογένεια που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα σε μνήμες, απώλειες, ψυχικές πληγές και την αγωνία της ένταξης σε μια κοινωνία που συχνά δεν συγχωρεί τη διαφορετικότητα.
Μια οικογενειακή ιστορία που γίνεται κοινωνικός καθρέφτης
Το «Γάλα» δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό δράμα. Είναι ένα έργο που ακουμπά βαθιά τον σύγχρονο ελληνικό τρόπο ζωής, την αίσθηση του «μη ανήκειν», τον ρατσισμό, την ψυχική ασθένεια, τις αδελφικές συγκρούσεις και τη μοναξιά.
Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης: «Μέσα από αυτή την οικογένεια, ο Κατσικονούρης αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα του Νεοέλληνα. Ο ένας γιος προσπαθεί να ενσωματωθεί, ο άλλος αδυνατεί. Αυτή η σύγκρουση είναι και βαθιά προσωπική. Ίσως αφορά όλους μας».
Η παράσταση ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ, στην ένταση και στη γαλήνη, στο όνειρο και στον εφιάλτη. Μια «ευαίσθητη ισορροπία», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Καρατζογιάννης, η οποία κρατά τον θεατή διαρκώς σε εγρήγορση.
Σκηνοθεσία υψηλών «θερμοκρασιών» και ερμηνείες που καθηλώνουν
Η συνσκηνοθεσία των Μάνου Καρατζογιάννη και Ερμίνας Κυριαζή αναδεικνύει τη λειτουργικότητα του κειμένου και τον αβίαστο ρεαλισμό του, φωτίζοντας ταυτόχρονα τις λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση της μητέρας με τους δύο γιους, στην ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και την ασφυξία, αλλά και στον ρόλο της Νατάσας, που εισβάλλει «πιντερικά» στον οικογενειακό μικρόκοσμο και λειτουργεί ως καταλύτης.
Οι ερμηνείες των Δήμητρας Βήττα, Στέλλας Γκίκα, Μάνου Καρατζογιάννη και Δημήτρη Πασσά έχουν αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, με τον Καρατζογιάννη στον ρόλο του Λευτέρη να υποστηρίζεται από πολλούς ότι βρίσκεται σε μία από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του.
Δεν είναι τυχαίο ότι η παράσταση τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού All4Fun Καλύτερης Παράστασης 2024 και έχει αναγνωριστεί από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά μέσα της χώρας.
Μνήμη και αλληλεγγύη σε μια δύσκολη εποχή
Σε μια εποχή ταχύτητας, ατομισμού και κοινωνικής κόπωσης, «Το Γάλα» έρχεται να θυμίσει δύο έννοιες που, όπως λέει ο Μάνος Καρατζογιάννης, απαξιώνονται συστηματικά: τη μνήμη και την αλληλεγγύη. «Θα ήθελα ο θεατής να θυμηθεί ποιος είναι και από πού έρχεται. Και να νοιαστεί επιτέλους για τον διπλανό του, όσες διαφορές κι αν αισθάνεται πως έχει».
Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, που πρώτος ενσάρκωσε τον ρόλο του Λευτέρη το 2006, προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος στο εγχείρημα.
Ένα έργο που δεν «ξαναγίνεται» αλλά ξανασυγκινεί
«Να μπορούσε να ξαναγίνει. Δεν μπορεί να ξαναγίνει. Τίποτα δεν ξαναγίνεται».
Η παραπάνω φράση του έργου μοιάζει προφητική. Γιατί «Το Γάλα» δεν επαναλαμβάνεται απλώς. Κάθε φορά επιστρέφει διαφορετικό, πιο ώριμο, πιο επώδυνο, πιο αναγκαίο.
Στη Θεσσαλονίκη, για τρεις μόνο βραδιές, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει ξανά μια παράσταση που δεν χαρίζεται, δεν ωραιοποιεί, αλλά αγκαλιάζει με ειλικρίνεια όσα μας κάνουν ανθρώπους: την ευαλωτότητα, τη μνήμη, την ανάγκη για αγάπη.
Και ίσως, φεύγοντας από το θέατρο, να νιώσουμε κι εμείς – έστω για λίγο – ότι κάτι μέσα μας «μαλάκωσε».