Του Ανδρέα Καραδημήτρη
Είς γέρων εκατό χρονών αλλού κοιτών κι αλλού πατών και κάτοχος μασέλας κοντολογίς για κλάματα κατέστη στα γεράματα πρόσωπον της ημέρας.
Τα πόδια του βαρίδια φουλ τα τριγλυκερίδια και στην χοληστερόλη τον κυνηγά ένας ντουνιάς μ' αυτός σαν άλλος φαντομάς ξεφεύγει μες την πόλη.
Εις άγριαν κατάσταση ένοπλον επανάσταση και ούτως πως τυγχάνων στο κτίριον των εισφορών των οπλισμένων των φρουρών την προσοχήν λανθάνων.
Κατέστη όμως συλληφθείς και ακολούθως προσαχθείς εντός δικαστηρίου του αναγνώσθη ευκρινώς κι έγινε γνώστης προφανώς κατηγορητηρίου.
Κι ευθύς απ' το εδώλιο στο σύστημα το δόλιο είπε με παρρησία θύτη δεν μ' έκανε η στιγμή χρόνια εχόρτασα τα μη αυτή 'ναι η ουσία.
Βαρέθηκα να εκλιπαρώ καθώς και να παρακαλώ διά τα κεκτημένα κρατήσατε σημείωση είναι στην απαξίωση και άλλοι σαν και μένα.
Κι είς γέρων συνομήλικος και εις το πνεύμα τσίλικος σπεύδει να σχολιάσει με σκέψη μάλλον πολλαπλή αυθόρμητον Κι ουχί φτιαχτή χωρίς καιρό να χάσει:
την ένοπλον την εισβολήν του γέροντος ούτως ειπείν σαφώς καταδικάζω
το κράτος που ολιγωρεί το στόμα μου θου φυλακή τα μάλα αηδιάζω
όσον διά την κουβεντιαστή φύλαξη παραμυθιαστή μάλλον διασκεδάζω.