Θεσσαλονίκη: Το αόρατο όνομα των γυναικών του Ιράκ «έρχεται στο φως» μέσα από το «Flana» και το 28ο ΦΝΘ

«Είναι ένα ντοκιμαντέρ. Δεν είναι μυθοπλασία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από ό,τι δείχνω στην ταινία» τονίζει η Ζάχρα Γκαντούρ

- Newsroom

Μερικές φορές μια ταινία δεν ξεκινά από μια ιδέα, αλλά από μια πληγή της μνήμης. Από μια στιγμή που μένει ακίνητη μέσα στον χρόνο και επιστρέφει ξανά και ξανά, σαν να αναζητά τρόπους διαφυγής από τη λήθη. Στο ντοκιμαντέρ Flana της Ζάχρα Γκαντούρ, που προβλήθηκε στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, η σκηνοθέτρια γυρίζει πίσω σε μια τέτοια στιγμή: την ανεξήγητη εξαφάνιση της παιδικής της φίλης, της Νουρ.

   Μεγαλώνοντας στη Βαγδάτη, στο σπίτι της θείας της, η Ζάχρα έγινε μάρτυρας της σκληρής πραγματικότητας της βίας κατά των γυναικών. Όταν εξαφανίζεται η Νουρ, η σκηνοθέτρια βγαίνει στον δρόμο προς αναζήτηση της αλήθειας και βυθίζεται στον πυκνό ιστό που γνέθει στο Ιράκ ο πόλεμος και οι νόμοι της φυλής. Η ανάμνηση της εξαφάνισης της Νουρ δεν λειτουργεί απλώς ως αφηγηματική αφετηρία· γίνεται ο συναισθηματικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία· μια σιωπηλή αλλά συντριπτική στιγμή, η επιστροφή στην οποία έφερε τη δημιουργό αντιμέτωπη με κάτι που απέφευγε για χρόνια.

   Η διαδικασία δημιουργίας του Flana διήρκεσε έξι χρόνια, και για μεγάλο μέρος αυτής της διαδρομής το πρότζεκτ είχε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που βλέπει σήμερα το κοινό. «Το ταξίδι της δημιουργίας της ταινίας δεν ήταν έτσι από την αρχή», εξηγεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Ζάχρα Γκαντούρ. «Ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην ταινία και για μερικά χρόνια ερευνούσα ιστορίες άλλων γυναικών. Γύρισα υλικό με δύο εξαιρετικές γυναίκες που τελικά δεν μπήκαν στην ταινία».

   Παρά την εκτενή έρευνα και τα χρόνια γυρισμάτων, κάτι εξακολουθούσε να λείπει. «Πάντα ένιωθα ότι ήθελα… αλλά φοβόμουν να μιλήσω για κάτι προσωπικό», λέει η Ζάχρα Γκαντούρ, η ενασχόληση της οποίας με θέματα που αφορούν τις γυναίκες προϋπήρχε ήδη από την εποχή που εργαζόταν ως τηλεοπτική δημοσιογράφος. «Ποτέ, όμως, δεν τόλμησα να μιλήσω για κάτι που γνώριζα τόσο βαθιά», θυμάται.

   Τελικά έφτασε η στιγμή εκείνη που συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να αφηγηθεί πλήρως την αλήθεια της, αν δεν περνούσε και μέσα από τη δική της ιστορία. «Έφτασα στο σημείο να νιώθω ότι δεν λέω όλη την αλήθεια, αν δεν μιλήσω τουλάχιστον για το τι με έφερε εδώ -τι με έκανε να ενδιαφερθώ τόσο για τις ιστορίες των γυναικών και για την κατάσταση στο Ιράκ», λέει.

   Έτσι επέστρεψε στη στιγμή που η Νουρ εξαφανίστηκε. «Ήταν η στιγμή που την πήραν, που κατάλαβα πραγματικά ως παιδί πόσο άδικο είναι αυτό που συμβαίνει σε εμάς», αφηγείται. Από τη στιγμή που επέτρεψε στην ταινία να γίνει προσωπική, όλα άλλαξαν. «Μόλις άρχισα να μιλάω για κάτι προσωπικό, ο τόνος της ταινίας άλλαξε. Έγινε πολύ πιο οικείος», εξηγεί.

   Η μετατόπιση αυτή δεν επηρέασε μόνο την αφήγηση αλλά και την ίδια την αισθητική της ταινίας. «Ό,τι είχα βρει πριν από αυτή την απόφαση και ό,τι ήρθε μετά απέκτησε έναν εντελώς διαφορετικό τόνο - στην εικόνα, στον ήχο, ακόμη και στον τρόπο που σχετιζόμουν με τους χαρακτήρες», εξηγεί. «Όσο κοντά κι αν είμαστε σε αυτό που λέμε, είναι διαφορετικό όταν λέμε τη δική μας ιστορία, όταν γίνεται προσωπικό», σημειώνει.

   Το προσωπικό ως πολιτικό

   Το Flana πλέκει προσωπικές μνήμες με τις ευρύτερες κοινωνικές πραγματικότητες του Ιράκ, ιδιαίτερα τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται πολλές γυναίκες μέσα σε ένα πλαίσιο νόμων και κοινωνικών κανόνων που συχνά τις αφήνουν απροστάτευτες. Για τη σκηνοθέτρια, όμως, η σύνδεση προσωπικής εμπειρίας και πολιτικής πραγματικότητας δεν είναι τεχνητή. Είναι απολύτως φυσική. «Δεν ήταν εύκολο να ισορροπήσει αυτό στο επίπεδο της κινηματογραφικής δημιουργίας», λέει. «Αλλά στον τρόπο που σκέφτομαι είναι απολύτως συνδεδεμένα».

   Η πολιτική, όπως τονίζει, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Εισχωρεί στην καθημερινότητα. «Όταν η κατάσταση είναι άδικη και υπάρχουν συγκεκριμένοι νόμοι, τότε γίνεται πολύ προσωπικό γιατί επηρεάζει τις λεπτομέρειες της ζωής μας», εξηγεί.

   Μεγαλώνοντας στο Ιράκ, έμαθε από νωρίς ότι οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζουν άμεσα την καθημερινότητα. «Παίρνω την πολιτική πολύ προσωπικά», λέει. «Από πολύ μικρή ηλικία. Δεν νομίζω ότι μπορώ να πω πως δεν με ενδιαφέρει ή ότι έχω κουραστεί από αυτήν». Κι αυτό επειδή, όπως λέει, η πολιτική διαμορφώνει βασικές πτυχές της ζωής. «Επηρεάζει κάθε μικρή λεπτομέρεια της ζωής μου --τι τρώω, πώς μετακινούμαι, την ασφάλειά μου. Δεν μπορώ να διαχωρίσω την πολιτική από τις προσωπικές μας πραγματικότητες».

   Ίσως, παραδέχεται, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον η σχέση αυτή να ήταν λιγότερο άμεση. «Ίσως αν ζούσαμε σε ένα μέρος όπου όλα είναι άνετα και δίκαια να μην το σκεφτόμουν τόσο. Αλλά δεν βρισκόμαστε σε αυτή τη θέση...».

b003958-r1-20-20a.JPG?v=0

   «Βαφτίζοντας» το ανώνυμο

   Ο τίτλος της ταινίας κουβαλά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Αντλώντας τον από μια λέξη στα αραβικά που περιγράφει τις αγνοούμενες ή ανώνυμες γυναίκες, η διεισδυτική ματιά της σκηνοθέτριας φέρνει κοντά το παρελθόν με το παρόν, συνδέοντας μαρτυρίες μεγαλύτερων και συνομηλίκων της γυναικών και εντοπίζοντας τα ίχνη των εξαφανισμένων κοριτσιών - είτε σε ορφανοτροφεία είτε σε άλλα σκοτεινά μονοπάτια.

   Παραδόξως, ο τίτλος προέκυψε πολύ αργά στη διαδικασία δημιουργίας. «Για πολύ καιρό ο τίτλος ήταν Mother of Silence, που επίσης μου άρεσε πολύ», λέει η σκηνοθέτρια. Τον τελευταίο χρόνο του πρότζεκτ, μία μέντοράς της, η Dorota Lech, την ενθάρρυνε να σκεφτεί πιο βαθιά την επιλογή του τίτλου. «Υπάρχουν μέντορες που είναι πραγματικά καταπληκτικοί. Σε βοηθούν να δεις πόσες ταινίες υπάρχουν ήδη με τη λέξη “Mother” ή “Silence”», λέει.

   Κάπως έτσι έτσι γεννήθηκε το Flana. «Για μένα ακούγεται σαν κανονικό όνομα», εξηγεί. «Σαν Ζάχρα ή Φάτιμα ή Σοφία». Κι όμως χρησιμοποιείται ακριβώς τη στιγμή που το όνομα μιας γυναίκας σβήνεται. «Μεγάλωσα ακούγοντας ότι όταν συμβαίνει ένα έγκλημα εναντίον μιας γυναίκας, οι άνθρωποι λένε απλώς: “η flana σκοτώθηκε, η flana βρέθηκε νεκρή”. Σαν να μην αξίζει καν να ειπωθεί ποια ήταν».

   Έτσι, ο τίτλος μετατρέπεται σε μια πράξη επαναοικειοποίησης. «Αποφάσισα να κάνω τη Flana χαρακτήρα», λέει. «Εγώ είμαι μια flana. Εσύ είσαι μια flana. Όλες οι γυναίκες είναι flana». Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία δίνει ορατότητα σε ιστορίες που διαφορετικά θα παρέμεναν ανώνυμες. «Ήθελα αυτό το άγνωστο όνομα να γίνει ένα όνομα που κουβαλάμε όλες μαζί», τονίζει.

   Η δύναμη των γυναικών του Ιράκ

   Καθώς περιπλανιέται στις σκοτεινές περιοχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, η Ζάχρα Γκαντούρ μελετά το τραύμα που βιώνουν ταυτόχρονα πολλές γενιές γυναικών. Ωστόσο, παρότι η ταινία αγγίζει επώδυνες πραγματικότητες -εγκλήματα «τιμής», νομικά κενά που αφήνουν γυναίκες απροστάτευτες, κόρες που εγκαταλείπονται από τις οικογένειές τους- ο στόχος της δεν είναι να παρουσιάσει τις γυναίκες του Ιράκ αποκλειστικά ως θύματα.

   Αυτό που θα ήθελε να αισθανθεί το κοινό είναι κάτι διαφορετικό: η εντυπωσιακή ανθεκτικότητα και δύναμη των γυναικών που εμφανίζονται στην ταινία. «Θα ήθελα η εντύπωση που μένει να είναι το πόσο δυνατές είναι οι Ιρακινές γυναίκες, παρά όλα όσα έχουν περάσει». Η δύναμη αυτή γίνεται ορατή στα κεντρικά πρόσωπα της ταινίας, ανάμεσά τους και η ίδια της η θεία, αλλά και η νεαρή Λέιλα. «Αυτές οι γυναίκες έχουν περάσει τόσα πολλά και παρ’ όλα αυτά είναι τόσο δυνατές και αποτελούν πηγή έμπνευσης», τονίζει.

   Ταυτόχρονα, η ταινία θέλει να αναδείξει και την επείγουσα ανάγκη για νομικές μεταρρυθμίσεις που θα προστατεύουν γυναίκες και κορίτσια. «Δεν θέλω η συζήτηση για τα δικαιώματά μας να εξαφανιστεί ή να θεωρηθεί λιγότερο σημαντική μόνο και μόνο επειδή ζούμε σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τόσες άλλες δυσκολίες», εξηγεί. Για δεκαετίες, οι πολιτικές κρίσεις επισκίαζαν συστηματικά το ζήτημα της ισότητας των φύλων. «Πάντα υπάρχει κάτι - η Αμερική, το Ιράν, οι πολιτοφυλακές, όλα αυτά. Έτσι τα δικαιώματά μας δεν είναι ποτέ η προτεραιότητα της στιγμής». Ωστόσο, επιμένει πως καμία πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα. «Η κοινωνία δεν θα διορθωθεί ποτέ αν δεν διορθωθεί πρώτα αυτό», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

screenshot2025-06-19at1631275.png?v=0

   Γενιές σημαδεμένες από τον πόλεμο

   Ένα από τα πιο συγκινητικά στοιχεία του ντοκιμαντέρ είναι η παρουσία της θείας της σκηνοθέτριας, της οποίας η ζωή αντανακλά την εμπειρία μιας ολόκληρης γενιάς που διαμορφώθηκε μέσα από δεκαετίες πολέμου και πολιτικής αστάθειας.

   Μέσα από τα προσωπικά της αρχεία και τις αναμνήσεις της, η ταινία αναδεικνύει το πώς οι συγκρούσεις επηρέασαν βαθιά τη ζωή των γυναικών στο Ιράκ. «Προσπάθησα, μέσα από το προσωπικό της αρχείο και μέσα από τη μικρή ιστορία της από το παρελθόν, να δείξω πώς η δική της γενιά -και εκείνη που ακολούθησε- έχασαν τόσα πολλά εξαιτίας του πολέμου», εξηγεί η σκηνοθέτρια.

   Οι απώλειες αυτές δεν ήταν αφηρημένες ή συμβολικές. «Δεν επέλεξαν απλώς να μη ζήσουν τα νιάτα τους», λέει. «Υπέφεραν πολύ για να μπορέσουν να φέρουν φαγητό στο σπίτι τη δεκαετία του ’90, και μετά ήρθαν όλα όσα συνέβησαν με τους Αμερικανούς».

   Για πολλές οικογένειες, η επιβίωση έγινε ο μοναδικός στόχος. «Οι ζωές τους ουσιαστικά τους αφαιρέθηκαν - έτρεχαν μόνο για ασφάλεια, για καταφύγιο, για τροφή». Κι όμως συνέχισαν να προχωρούν, επισημαίνει.

   Ακόμη και οι νεότερες γενιές -ανάμεσά τους και η ίδια η σκηνοθέτρια, καθώς και οι νεαρές γυναίκες που εμφανίζονται στο ντοκιμαντέρ- ζουν μέσα στις συνέπειες αυτής της ιστορίας. «Δεν είναι εύκολο ούτε για εμάς», λέει. «Αλλά βρίσκουμε έναν τρόπο να προχωράμε...», επισημαίνει.

flana-poster.png?v=0

   Το Flana στο μικροσκόπιο διαφορετικών κοινωνιών

   Από την κυκλοφορία του, το Flana έχει ταξιδέψει σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Οι αντιδράσεις του κοινού, ωστόσο, διαφέρουν εντυπωσιακά ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο.

   Σε ορισμένες περιοχές της Μέσης Ανατολής, το κοινό αντέδρασε με έκπληξη -ακόμη και δυσπιστία. «Κάτι που με εξέπληξε», λέει η σκηνοθέτρια, «είναι ότι ακόμη και σε άλλες αραβικές χώρες δεν γνώριζαν ότι η κατάσταση στο Ιράκ είναι τόσο σοβαρή όσον αφορά τις ιστορίες των γυναικών». Μερικές φορές η αντίδραση έφτανε μέχρι την άρνηση. «Κάποιοι λένε: “Όχι, δεν είναι τόσο άσχημα”», θυμάται.

   Η απάντησή της είναι σαφής. «Είναι ένα ντοκιμαντέρ. Δεν είναι μυθοπλασία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από ό,τι δείχνω στην ταινία», επισημαίνει, εξηγώντας πως έχει παρατηρήσει έναν άτυπο ανταγωνισμό ανάμεσα σε Άραβες και δυτικούς, όπου κάθε πλευρά θέλει να δείξει ότι η δική της κοινωνία είναι η καλύτερη.

   Κλείνοντας, δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της που η ταινία της προβάλλεται στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ενώ εκφράζει την ελπίδα πως ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι θα γίνουν κοινωνοί αυτής της ιστορίας.

Loader
ESPA