Η οικονομία του πολέμου δεν αναφέρεται μόνο σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Για παράδειγμα η Ελλάδα είναι κατά κάποιο τρόπο μια «οικονομία πολέμου», καθώς είναι αναγκασμένη να δαπανά σημαντικό μέρος του ΑΕΠ της για αμυντικές δαπάνες. Η συζήτηση για την οικονομία του πολέμου έχει διάφορές συνιστώσες- το πώς επηρεάζει την εθνική οικονομία αλλά και την αγορά, δηλαδή τις ιδιωτικές αμυντικές βιομηχανίες, τα εμπλεκόμενα μέρη και τις τρίτες χώρες, το διάστημα πριν και μετά από έναν πόλεμο. Όλες οι παράμετροι της οικονομίας του πολέμου τέθηκαν υπό συζήτηση στο διήμερο συνέδριο που άρχισε σήμερα και ολοκληρώνεται αύριο, το οποίο συνδιοργανώνουν η Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και η Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ.).
Ανοίγοντας τις εργασίες του συνεδρίου ο Παναγιώτης Γκλαβίνης, Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΑΠΘ, σχολίασε ότι η γενική πεποίθηση είναι ότι η οικονομία του πολέμου είναι μια εξαίρεση από την κανονικότητα, αλλά διερωτήθηκε «μήπως τείνει να γίνει ο κανόνας;». Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα εδώ και χρόνια ζητούσε εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τον υπολογισμό των κρατικών δαπανών, και πλέον όλοι οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν με εξαιρετικό τροπο τις αμυντικές δαπάνες. Εξάλλου, όπως είπε «από το 2008 και έπειτα βρισκόμαστε σε μια διαρκή κρίση και διαπιστώνουμε πόση είναι η επίπτωση της οικονομίας στην ασφάλεια της περιοχής και του πλανήτη».
Ο κ. Γκλαβίνης εξήγησε ότι υπάρχουν τρεις περιπτώσεις, κατά τις οποίες μπορούμε να μιλάμε για οικονομία του πολέμου:
α) Πριν τον πόλεμο. Μια κρατική οικονομία μπορεί να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενου πολέμου, για δικό της λόγο, «όπως η Ελλάδα, που με αυτή την έννοια είναι οικονομία πολέμου, γιατί υποχρεούται να ξοδεύει πολλές για τις αμυντικές της δαπάνες». Επίσης μια οικονομία μπορεί να ετοιμάζεται για τον πόλεμο των άλλων. Υπάρχουν χώρες όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ με ισχυρή αμυντική βιομηχανία με εξαγωγές δισεκατομμυρίων. Αυτές οι βιομηχανίες προσελκύουν επενδύσεις και ανεβάζουν το ΑΕΠ της χώρας. Όπως σημείωσε ο κ. Γκλαβίνης, σε αυτή την περίπτωση εκτός από τις οικονομικές συνέπειες (αρνητικές ή θετικές) υπάρχουν και γεωπολιτικές συνέπειες, αναπτύσσονται σχέσεις εξάρτησης και επιρροής.
β) Εν καιρώ πολέμου. Οι χώρες που βρίσκονται σε καθεστώς πολέμου επηρεάζεται τόσο η οικονομία όσο και η αγορά - δύο σημαντικές συνέπειες είναι ότι αυξάνεται ο πληθωρισμός και αναπτύσσεται λαθρεμπόριο. Σε μια τέτοια περίοδο, με την οικονομία του πολέμου σχετίζονται και τρίτοι που στηρίζουν τον ένα ή το άλλο εμπόλεμο μέρος, μέσω της αγοράς οπλικών συστημάτων.
γ) Μετά τον πόλεμο. Οι συνέπειες ακολουθούν τους εμπόλεμους εν καιρώ ειρήνης. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το ελληνικό κράτος που εν τη γενέσει του απέκτησε χρέη από δάνεια που σύναψε κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, τα οποία αποπλήρωνε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.
Σε αυτό το θέμα ήταν αφιερωμένη η εισήγηση του Μιχάλη Ζουμπουλάκη, καθηγητή Μεθοδολογίας και Ιστορίας Οικονομικής Σκέψης, του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κάνοντας μια αναδρομή σε όλα τα δάνεια που έλαβε η Ελλάδα από τις μεγάλες δυνάμεις τα συσχέτισε με τα πολεμικά γεγονότα. «Οι στρατιωτικές δαπάνες μετά την επανάσταση δημιουργούν τεράστια ελλείμματα. Να μην έχουμε ιστορική αμνησία, δεν υπάρχει τρόπος να αποκτήσει μια χώρα οντότητα παρά μόνο μετά από πολέμους. Άνευ ισχυρών στρατιωτικών δαπανών και χρεών δεν θα είχαμε τον χώρο που έχουμε σήμερα» ανέφερε μεταξύ άλλων. Όπωε είπε ο κ. Ζουπουλάκης, μετά το 1843 και για 50 χρόνια η χώρα συνεχίζει να λειτουργεί ως οικονομία πόλεμου, με ανοικτά το κρητικό και ανατολικό ζήτημα. Κάθε φορά που η Ελλάδα επεκτείνεται αυτό συνεπάγεται τεράστιες δαπάνες. Πτωχευμένοι κάνουμε ολυμπιακούς αγώνες και εκστρατεία κατά των οθωμανών. Έπειτα η χώρα βρίσκεται σε διαρκή επιστράτευση την περίοδο 1912-1922 και οι δαπάνες εκτοξεύονται. Την περίοδο 1902-1914 το 65% των εσόδων διατείθεται για την εξυπηρέτηση των χρεών και για στρατιωτικές δαπάνες. Λίγο μετά την 4η πτώχευση, το 1932, η χώρα μπαίνει ξανά στη λογική της οικονομίας πολέμου, και κατασκευάζει την αμυντική γραμμή Μεταξά. Από τον Β'ΠΠ βγαίνει με ακραίο υπερπληθωρισμό και νομισματική κατάρρευση και το ΑΕΠ συνεχίζει να μειώνεται κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου- η μείωση αντιστοιχεί στο ΑΕΠ μιας ολόκληρης χρονιάς.
Αντιθέτως μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά, οι αμυντικές δαπάνες «δεν ήταν η μήτρα που γέννησε όλα τα δημοσιονομικά δεινά» τόνισε ο κ. Ζουμπουλάκης, παρουσιάζοντας στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το μεν ΑΕΠ διπλασιαστκε το δε δημόσιο χρέος εξαπλασιάστηκε, σε μια περίοδο χωρίς πολύ υψηλές στρατιωτικές δαπάνες. Πάντως ο ίδιος χρησιμοποίησε μια φράση του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, ότι οι αμυντικές δαπάνες το "ετήσιο ασφάλιστρο ζωής" και για τη χώρα μας μια αναγκαστική επένδυση.
Το συνέδριο ολοκληρώνεται σήμερα. Το πρόγραμμα της 2ης ημέρας είναι το ακόλουθο:
Δ΄ Συνεδρία: Ασφάλεια Ενεργειακών και Κρίσιμων Υποδομών
Petro Sherstiuk, Υποψήφιος Διδάκτορας Νομικής Σχολής ΑΠΘ, «Η περίπτωση της Ουκρανίας»
Χρίστος Μανωλάς, Στρατηγός ε.α., Επίτιμος Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού, πρώην Επικεφαλής Ασφαλείας του TAP
Μιχάλης Κοντογιώργης, ΔΝ Δικηγόρος, Νομική Υπηρεσία του ΔΕΣΦΑ
Ευθύμιος Μπούνας, Physical Security Manager του ΔΕΣΦΑ
11:00–11:30
Διάλειμμα
11:30–13:30
Ε΄ Συνεδρία: Ανάπτυξη Αμυντικής Βιομηχανίας Διττής Χρήσης
Παντελής Τζωρτζάκης, Διευθύνων Σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ)
Δρ. Πάρις Κοκορότσικος, Πρόεδρος και CEO της Ευρωσύμβουλοι ΑΕ, «Οι ευκαιρίες συμμετοχής των μη αμυντικών επιχειρήσεων στα εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα αμυντικών εξοπλισμών, με βάση την αξιοποίηση τεχνο0γνωσίας και τεχνολογιών διττής χρήσης. Παραδείγματα βιομηχανικών κλάδων και τεχνολογιών»
Δημήτριος Γιακούλας, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, «Η νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική σε μια μεταβαλλόμενη παγκόσμια τάξη»