- Newsroom
Μια σύνθετη και απαιτητική θεατρική εμπειρία, το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν (Sarah Kane), που παρουσιάζεται στο Φουαγιέ του Θεάτρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, χθες βράδυ, φωτίστηκε περαιτέρω. Μετά την ολοκλήρωση της παράστασης της επιτυχημένης παραγωγής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), ακολούθησε ανοιχτή συζήτηση με το κοινό, με τη συμμετοχή της σκηνοθέτιδας Χριστίνας Χατζηβασιλείου και όλων των συντελεστών. Το ενδιαφέρον των θεατών υπήρξε ιδιαίτερα έντονο, καθώς κάποιοι παρακολούθησαν την παράσταση για δεύτερη φορά προκειμένου να θέσουν ερωτήσεις, ενώ η συζήτηση διήρκησε περισσότερο ακόμη και από την ίδια την παράσταση.
Το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), γραμμένο λίγους μήνες πριν από τον θάνατο της Αγγλίδας θεατρικής συγγραφέα, σηματοδοτεί μια ριζική στροφή στη γραφή της. Σε αντίθεση με την ωμή σκηνική βία που χαρακτήρισε προγενέστερα έργα της, εδώ η βία αποσύρεται από την πράξη και μετατοπίζεται στον λόγο. Πρόκειται για ένα βαθιά ποιητικό, σχεδόν λυρικό κείμενο, χωρίς σαφείς σκηνικές οδηγίες ή συγκροτημένους χαρακτήρες. Αντί αυτών, τέσσερις φωνές (η C, ο A, ο B και η M) συνθέτουν ένα πολυφωνικό σύμπαν, όπου η ταυτότητα παραμένει ρευστή και ανοιχτή σε ερμηνείες.
«Το κείμενο αυτό έχει μεγάλη δυσκολία και αποτέλεσε ένα στοίχημα τόσο για μένα όσο και για τους ηθοποιούς, να το ανεβάσουμε μέσα από εντατική και απαιτητική δουλειά, ώστε να παρουσιάσουμε ένα --ελπίζω-- αξιόλογο αποτέλεσμα», ανέφερε η Χριστίνα Χατζηβασιλείου. Η ίδια, με βαθιά ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική ενασχόληση με το έργο της Κέιν, αντιμετώπισε το «Λαχταρώ» ως ένα «ερμητικό» κείμενο, που απαιτεί επίμονη και επαναληπτική ανάγνωση, αλλά και μια σκηνική μετάφραση ικανή να προσφέρει στον θεατή ένα νήμα αφήγησης.
Κομβικό στοιχείο της σκηνοθετικής της προσέγγισης υπήρξε η απόφαση να δομηθεί μια σαφής αφηγηματική γραμμή με αρχή, μέση και τέλος, μια επιλογή που λειτουργεί ως «οδηγός» για το κοινό, χωρίς να αναιρεί την αμφισημία του πρωτοτύπου. Παράλληλα, μία από τις φωνές αναδεικνύεται ως κεντρικός άξονας, μια μορφή που εμπεριέχει και συνδέει τις υπόλοιπες, προσδίδοντας συνοχή σε ένα κατά τα άλλα κατακερματισμένο δραματουργικό τοπίο.
«Η Κέιν σ’ αυτό το έργο δεν δίνει διανομή, δεν έχει χαρακτήρες, αλλά μόνο γράμματα: C, B, M και A. Αυτά είναι τα μόνα σαφή στοιχεία, μαζί με το φύλο τους», σημείωσε η σκηνοθέτις. Η απουσία σκηνικών οδηγιών αποτέλεσε ταυτόχρονα πρόκληση και δημιουργική ελευθερία. Η συγγραφέας αφήνει ελάχιστα ίχνη καθοδήγησης, όπως μια «μακρόσυρτη κραυγή» για κάθε φωνή, παύσεις και τις χαρακτηριστικές πλαγιοκάθετους, που υποδεικνύουν τη διασταύρωση των λόγων. Από εκεί και πέρα, η σκηνοθεσία καλείται να «αποκρυπτογραφήσει» ακόμη και την τυπογραφία του κειμένου: τα κενά, τις ασυνήθιστες αριθμήσεις, τις κεφαλαιοποιήσεις, που λειτουργούν ως υπόγειες σκηνικές ενδείξεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε επίσης στον ήχο, ή μάλλον στην απουσία του. «Μια έμμεση σκηνική οδηγία είναι η ατάκα “Χριστέ μου, δεν έχω μουσική. Ας είχα λίγη μουσική, αλλά έχω μόνο λέξεις”», εξήγησε η σκηνοθέτιδα, τονίζοντας ότι η «μουσικότητα» προκύπτει από τον ίδιο τον λόγο, καθιστώντας περιττή κάθε εξωτερική μουσική επένδυση.
Σκηνικά, κυριαρχεί η εικόνα μιας «θερμοκοιτίδας», ενός χώρου που ταυτόχρονα προστατεύει και εγκλωβίζει, παραπέμποντας στην εσωτερική κατάδυση της συγγραφέως στον ίδιο της τον ψυχισμό. Η χρήση του νερού και η σωματική σχέση της ηθοποιού με αυτό εντείνουν την αίσθηση εμβύθισης, ενώ η περιορισμένη οπτική επαφή μεταξύ των ηθοποιών -οι οποίοι κοιτούν προς τον ορίζοντα- υπογραμμίζει τη μοναξιά και την αποσύνδεση των φωνών.
Η υποκριτική διαδικασία, όπως αποκαλύφθηκε, υπήρξε εξαντλητικά λεπτομερής. Οι ηθοποιοί εργάστηκαν λέξη προς λέξη, επιχειρώντας όχι μόνο να κατανοήσουν το περιεχόμενο, αλλά και να εντοπίσουν τον αποδέκτη κάθε φράσης. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, το ζητούμενο δεν είναι η πλήρης κατανόηση, αλλά η αποδοχή: η δυνατότητα του θεατή να αφεθεί στο βίωμα και να δεχτεί το έργο σε ένα βαθύτερο, ενστικτώδες επίπεδο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΘΒΕ επιστρέφει για δεύτερη φορά στη δραματουργία της Κέιν, μετά το «Blasted» το 2013, επιβεβαιώνοντας το διαρκές ενδιαφέρον του για το λεγόμενο «in-yer-face theatre» (θέατρο Στα Μούτρα).