Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google- Newsroom
Η καχυποψία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, η οποία εκπορεύεται από τα τρία κυρίαρχα στην εποχή στοιχεία -την παγκοσμιοποίηση, τις τεχνολογικές εξελίξεις και τον ατομικισμό- έχει ανοίξει ένα «Κουτί της Πανδώρας» που δύσκολα θα κλείσει, τόνισε ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), καθηγητής Μιχάλης Πικραμένος, μιλώντας σε εκδήλωση της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στο Aristotle Innovation Forum.
«Τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία σε όλους τους τομείς -είτε είναι κυβέρνηση, είτε είναι δικαιοσύνη, είτε είναι δημόσια διοίκηση- βρίσκονται μονίμως σε ένα στόχαστρο αρνητικών επιθέσεων που φτάνουν και σε ακραία όρια πολλές φορές», επισήμανε, εξηγώντας ότι η κατάσταση αυτή καλλιεργείται μέσα σε ένα «αχανές ψηφιακό σύμπαν», όπου ο πολίτης νιώθει διαρκώς θυμωμένος και καχύποπτος απέναντι σε όλα.
«Ο νέος τύπος ανθρώπου είναι αυτός ο οποίος δεν μελετά πολύ, δεν διαβάζει πολύ, δεν γράφει πολύ, αλλά ακούει πολύ- το ακρόαμα και το θέαμα κυριαρχούν- και έτσι οι μικρές λέξεις και φράσεις, τα συνθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο […] Ο πολίτης κατακλύζεται από πληροφορίες και επειδή και οι πηγές των πληροφοριών είναι αναξιόπιστες οδηγείται και σε θεωρίες συνωμοσίας. Αυτό με μια στάση αρνητική απέναντι στους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας […] συνθέτει ένα τοξικό περιβάλλον στο οποίο βλέπουμε ανθρώπους όλων των γενεών και όχι μόνο τους νέους, αλλά ακόμα και μεγαλύτερης ηλικίας, να αντιδρούν απέναντι στην εξουσία με έναν τρόπο πρωτοφανή, ο οποίος ξεφεύγει από μια λελογισμένη και τεκμηριωμένη κριτική και από ένα νηφάλιο λόγο και μετατρέπεται σε ένα αντιεξουσιαστικό ξέσπασμα, στην ουσία χωρίς να υπάρχει αύριο, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να προτείνουν», περιέγραψε ο κ. Πικραμένος.
Στο πλαίσιο αυτό παρατήρησε ότι πολλές φορές ο δημόσιος διάλογος είναι υποκριτικός, καθώς «μας αρέσει να κρύβουμε πράγματα», όμως «πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρινή τρόπο για τα προβλήματα που έχουμε ως κοινωνία, να προσπαθήσουμε --ο καθένας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, να τις ασκεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να συμβάλλουμε στο να αντιληφθεί η κοινωνία ποια είναι η πραγματική κατάσταση». «Η κοινωνία έχει φτάσει να έχει προσδοκίες από τη Δικαιοσύνη, περισσότερες από αυτές που αναλογούν στη Δικαιοσύνη. Θεωρεί ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική και τις απογοητεύσεις. Άρα πρέπει κάπου αυτά τα πράγματα να ειπωθούν και να ξεκαθαριστούν οι ρόλοι και να ξεκαθαριστεί και η θέση του κάθε θεσμού στο σύστημα», εξήγησε.
«Ας δείξουμε σεβασμό στον κορμό του Συντάγματος»
Με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο πρόεδρος του ΣτΕ επισήμανε την ανάγκη να περιφρουρηθεί ο κορμός των διατάξεών του, ασκώντας κριτική σε μία λογική διεύρυνσης που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποδυνάμωσή του. «Σε μια επιστολή που στείλαμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Πρωθυπουργό και στους αρχηγούς των κομμάτων, είπαμε “ας δείξουμε λίγο σεβασμό στον κορμό του Συντάγματος”. Δεν λύνονται όλα τα προβλήματα με το Σύνταγμα. Έχουμε φτάσει στο σημείο ο καθένας να θεωρεί ότι με το να βάλει μια διάταξη στο Σύνταγμα έλυσε το πρόβλημα. Θέλουν να βάλουν στο Σύνταγμα ρύθμιση για τη γυναικοκτονία, θέλουν να βάλουν στο Σύνταγμα ρύθμιση για την τεχνητή νοημοσύνη ή ρυθμίσεις για θέματα δόμησης δόμησης. Εάν αυτά μπουν στο Σύνταγμα και τίποτα δεν αλλάξει, είναι βέβαιο ότι ο πολίτης μετά από λίγα χρόνια θα πει: και που τα βάλατε τι έγινε δηλαδή; Θα χάσει το Σύνταγμα τη συμβολική του σημασία ως ένας κανόνας, ο οποίος δίνει τις κατευθύνσεις, δίνει τις μεγάλες γραμμές πάνω στις οποίες θα κινηθεί το δικαστήριο, η δικαιοσύνη, η διοίκηση, η κυβέρνηση», εξήγησε.
Υπογράμμισε, δε, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης πρέπει να έχει στο μυαλό του το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και όχι μόνο στενά το εθνικό και να κάνει μια προσπάθεια συνδυασμού.
Όχι στην επιλογή των ανωτάτων δικαστών με εσωτερικές διεργασίες
Σε ό,τι αφορά στην επιλογή των ανωτάτων δικαστών, ο πρόεδρος του ΣτΕ τάχθηκε κατά της ανάδειξής τους από το εσωτερικό του δικαστικού σώματος. «Έχουμε ταχθεί ως δικαστήριο στη μη αποφασιστική εκλογή των ανώτατων δικαστών από τους ίδιους τους δικαστές, δηλαδή στο να εκφράζουν τη γνώμη τους, αλλά να μην είναι δεσμευτική για τις κυβερνήσεις», είπε, εξηγώντας ότι «έχουμε τις γνωμοδοτήσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, που είναι όμως απλές, δεν είναι σύμφωνες» (σ.σ. η “σύμφωνη" γνώμη, είναι δεσμευτική για το αποφασίζον όργανο).
Αναπτύσσοντας τον προβληματισμό πάνω στην συγκεκριμένη τοποθέτηση, ο πρόεδρος του ΣτΕ είπε ότι «με τρομάζει που βλέπω, ιδίως σε κατώτερες βαθμίδες, μια τάση ομαδοποίησης». «Οι δικαστές δεν είναι θεοί, ούτε ημίθεοι, είναι άνθρωποι. Και αν προσέξει κανείς τα πορίσματα της διοικητικής επιστήμης, θα δει ότι σε κάθε οργανισμό υπάρχει η τάση για δημιουργία ομάδων. Το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να βιώσει η δικαιοσύνη κάποια στιγμή είναι να επιλέγει την κορυφή της μέσα από σύγκρουση ομάδων, η οποία δεν θα είναι διαφανής προς τα έξω, θα είναι στο εσωτερικό της δικαιοσύνης και θα έχει και πολιτικά- κομματικά χαρακτηριστικά, θα έχει και προσωπικά χαρακτηριστικά και θα οδηγεί σε μια μετατροπή του εσωτερικού της δικαιοσύνης σε ένα είδος κοινοβουλίου. Οι επιλογές θα γίνονται μέσα από εσωτερικές διεργασίες και από συγκρούσεις ομάδων. Αυτό το βλέπω να έρχεται, γιατί στις νεότερες γενιές υπάρχει μια τάση στο δικαστικό σώμα για ομαδοποιήσεις και συγκρούσεις τέτοιου είδους», προειδοποίησε.
«Υπάρχουν στην Ελλάδα και "α λα καρτ" ευρωπαϊστές»
Σε ό,τι αφορά την κυριαρχία του Ενωσιακού Δικαίου και την επίδραση της νομολογίας του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ) στην ελληνική δικαιοσύνη, ο κ. Πικραμένος σημείωσε ότι «η Ελλάδα αποτελεί μέρος του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει εκχωρήσει ένα μέρος της κυριαρχίας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν είναι τυχαίο ότι το Ενωσιακό Δίκαιο κυριαρχεί ακόμα και ποσοτικά στη Βουλή, τα περισσότερα νομοσχέδια είναι κύρωση ενωσιακών κανόνων και διεθνών συνθηκών».
«Η χώρα έχει καταδικαστεί ήδη τρεις φορές για απόλυτες απαγορεύσεις που είχε στο Σύνταγμά της. Η μία ήταν η περίπτωση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση “Λυκουρέζος κατά Ελλάδας”, η άλλη υπόθεση ήταν η απόλυτη απαγόρευση του βασικού μετόχου και η άλλη περίπτωση η απόλυτη απαγόρευση της μονιμοποίησης συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Και οι τρεις αυτές συνταγματικές ρυθμίσεις είχαν σαν στόχο την αντιμετώπιση του πελατειακού συστήματος ή διαφόρων άλλων παρενεργειών. Έπεσαν και οι τρεις. Ο συνταγματικός νομοθέτης πλέον δεν μπορεί να κάνει ό, τι θέλει», εξήγησε.
«Θα έλεγα ευτυχώς που υπάρχει η Ευρώπη, διότι είμαστε μια χώρα με μια βαθιά αντιμεταρρυθμιστική αντίληψη, με στερεότυπα, με εμμονές», σημείωσε, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της θετικής επίδρασης των ευρωπαϊκών δικαστηρίων την ερμηνεία του άρθρου 20, παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει το ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
«Τόσοι συνταγματολόγοι, τόσα δικαστήρια που πέρασαν δεν μπόρεσαν να διαγνώσουν ότι ένα στοιχείο του ατομικού δικαιώματος είναι η εύλογη διάρκεια της δίκης. Έπρεπε να μας το πει το Στρασβούργο αυτό για να το καταλάβουμε, ότι εκτός από τη δίκη υπάρχει και η συμμόρφωση της διοίκησης. Άρα έχουμε να κάνουμε με ένα άνοιγμα και των συνταγματικών διατάξεων, το οποίο είναι πρωτοφανές και το οποίο είναι θετικό για την κοινωνία», επισήμανε, παρατηρώντας ότι «δυστυχώς υπάρχουν στην Ελλάδα και “α λα καρτ” ευρωπαϊστές, οι οποίοι από την Ευρώπη βλέπουν μόνο αυτά τα οποία συμφέρουν οικονομικά στη χώρα και ως εκεί και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς τους βλέπουν με επιφύλαξη έως και αντίδραση».
«Και εγώ έχω αντιρρήσεις για ευρωπαϊκές αποφάσεις, αλλά οι θεσμοί κρίνονται από το σύνολο του έργου τους, δεν κρίνονται από μία και δύο αποφάσεις», είπε, αντιπαραβάλλοντας την κριτική που ασκείται σε αποφάσεις του ΣτΕ, «όπου κάποιοι πανεπιστημιακοί ή άλλοι νομικοί παίρνουν μία απόφαση και αποφαίνονται για τη λειτουργία ενός θεσμού, κάτι εντελώς αντιεπιστημονικό και εντελώς έξω από τη λογική μιας σοβαρής συνταγματικής ανάλυσης».
«Ζούμε σε μια κοινωνία ωφελιμισμού, όπου τα πτυχία αντιμετωπίζονται ως επιπλέον μόρια»
Μιλώντας για τις νομικές σπουδές στην Ελλάδα, ο κ. Πικραμένος παρατήρησε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα που εντοπίζεται από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσης --πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, δηλαδή, «έχουμε μία εκπαίδευση η οποία δεν ασκεί τον μαθητή στην κριτική σκέψη, δεν τον ασκεί στην ευσύνοπτη και εύστοχη παρουσίαση των ζητημάτων, δεν τον ασκεί στο να συλλαμβάνει τα ουσιώδη ζητήματα», με αποτέλεσμα «σε εργασίες μεταπτυχιακές και σε διδακτορικά και σε εργασίες προπτυχιακές, εκείνο το οποίο βλέπει κανείς είναι μια περιγραφή, μια ξερή ανάλυση, μια έλλειψη κριτικής σκέψης, μια αδυναμία σύλληψης των ουσιωδών ζητημάτων, μια αδυναμία δημιουργίας μιας δομής σε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό φοιτητών και εκεί πραγματικά στεναχωριέσαι γιατί δε βλέπεις αυτό που περιμένεις, έναν μέσο όρο ο οποίος να έχει ένα οξύ πνεύμα». Ο ίδιος χαρακτήρισε τεράστιο πρόβλημα τη μη υποχρεωτική παρακολούθηση μαθημάτων, διερωτώμενος αν «μπορεί κάποιος να πάρει πτυχίο νομικής χωρίς να πατήσει ποτέ στο πανεπιστήμιο».
«Υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που υποστηρίζουν σθεναρά το δημόσιο πανεπιστήμιο από την αρχή ως το τέλος. Εγώ θα έλεγα ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει δυνατότητες, προσφέρει στην κοινωνία, προσφέρει στο κράτος, αλλά έχει και σοβαρές αδυναμίες, τις οποίες πρέπει να τις συζητήσουμε σοβαρά [...]. Ζούμε σε μια κοινωνία ωφελιμισμού, όπου τα πτυχία αντιμετωπίζονται ως επιπλέον μόρια για την επίτευξη των στόχων. Αυτό δεν συμβαίνει για όλους, αλλά σας λέω ποια είναι η τάση που υπάρχει, με τις φωτεινές εξαιρέσεις πάντα και με τους εξαιρετικούς φοιτητές που επαναλαμβάνω υπάρχουν και μας τιμούν και μας κάνουν και νιώθουμε υπερήφανοι», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι «η ποιότητα και το επίπεδο των νομικών σπουδών καθορίζουν και την ποιότητα και το επίπεδο της απονομής της δικαιοσύνης, το τι δικαστές και τι δικηγόρους έχουμε εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι νομικές σπουδές έχουμε».
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google