- Newsroom
«Η λειτουργία της Εξεταστικής Επιτροπής κατέδειξε ότι δεν αποτέλεσε εργαλείο αναζήτησης της αλήθειας, αλλά μέρος μιας συνειδητής και οργανωμένης μεθόδευσης της Νέας Δημοκρατίας για την αποτροπή του ελέγχου των πρώην Υπουργών της από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και τη συγκάλυψη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ», σημειώνουν πηγές του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης επ’αφορμή του πορίσματος του ΠΑΣΟΚ για την Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, «η κυβερνητική πλειοψηφία, σε πρώτο στάδιο, απέκλεισε την ποινική διερεύνηση, απορρίπτοντας την πρόταση του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, μέσω μιας διαδικασίας που δεν πληρούσε τις συνταγματικές και κανονιστικές προϋποθέσεις εγκυρότητας: με εκτεταμένη χρήση επιστολικής ψήφου, με μαζικές απουσίες βουλευτών από την Ολομέλεια και χωρίς να συντρέχουν οι όροι έγκυρης λήψης απόφασης κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διαδικασία δεν συνιστά απόφαση ληφθείσα κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, δεν παράγει δεδικασμένο και δεν κωλύει επόμενη Βουλή να αποφασίσει τη σύσταση Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο Σύνταγμα και τον νόμο».
«Εξεταστική ως υποκατάστατο ελέγχου – πλυντήριο ευθυνών»
«Στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Εξεταστική ως υποκατάστατο ελέγχου – πλυντήριο ευθυνών, πλήρως ελεγχόμενο ως προς τη σύνθεση, το εύρος της έρευνας, την επιλογή μαρτύρων και τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού.
Μέσω επιλεκτικών αποκλεισμών, περιορισμού της αποδεικτικής βάσης και συστηματικής μετατόπισης του αντικειμένου της συζήτησης, η Εξεταστική απογυμνώθηκε από τις θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας που επιβάλλουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής. Αντί να λειτουργήσει ως μέσο διαλεύκανσης, λειτούργησε ως μηχανισμός καθυστέρησης και αποδυνάμωσης της έρευνας», προσθέτουν.
«Εγκληματική οργάνωση»
Ακόμη, πηγές του ΠΑΣΟΚ αναφέρουν ότι «από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν τόσο από τη διαβιβασθείσα στη Βουλή ποινική δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΑΒΜ ΕΕΕ 2024/98 – Reference Number 1299/2024), όσο και από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Εξεταστικής Επιτροπής, προκύπτουν σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι κατά την περίοδο 2019–2024 συγκροτήθηκε και λειτούργησε οργανωμένος μηχανισμός παράνομης ιδιοποίησης κοινοτικών πόρων, οι οποίοι καταβάλλονται στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής προς τους Έλληνες γεωργούς και κτηνοτρόφους».
«Σκοπός του μηχανισμού ήταν η καταβολή πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως αλλά, με βάση τη φύση και την κλίμακα των περιγραφόμενων πρακτικών, ανέρχεται οπωσδήποτε σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ως δικαιούχοι μέσω τεχνητής και εν τέλει απατηλής «πλήρωσης» των νομίμων προϋποθέσεων. Η επίτευξη του σκοπού αυτού φέρεται να στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε: (α) κατανομή δικαιωμάτων πληρωμής από το Εθνικό Απόθεμα, (β) ψευδείς δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου ή εκτάσεων, (γ) παρεμπόδιση ουσιαστικών ελέγχων ανίχνευσης και διερεύνησης περιπτώσεων απάτης, (δ) ματαίωση ενεργειών ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, και (ε) διοικητικές παρεμβάσεις και οργανωτική εξάρτηση που καθιστούσαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ ανεπαρκώς θωρακισμένο έναντι των καταχρήσεων», υπογραμμίζουν.
«Με βάση τα προεκτεθέντα, και με δεδομένο ότι οι διοικήσεις και τα αρμόδια υπηρεσιακά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ ασκούσαν, κατά νόμο, διαχειριστική εξουσία επί των κοινοτικών ενισχύσεων ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ ετησίως, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι υπηρεσιακά και διοικητικά στελέχη του Οργανισμού, εν γνώσει τους και με επανειλημμένες πράξεις που συγκροτούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσαν ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική βλάβη στην περιουσία που όφειλαν να διαχειρίζονται επιμελώς, διαθέτοντας παρανόμως και αχρεωστήτως κοινοτικούς πόρους σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις», συμπληρώνουν.
«Ποινικές ευθύνες Βορίδη-Αυγενάκη
«Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν απλή διοικητική δυσλειτουργία ούτε «διαχρονική παθογένεια». Συγκροτούν ένα συνεκτικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενεργειών και παραλείψεων: κατανομές και πληρωμές χωρίς πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, αποδυνάμωση των ελέγχων, παρεμβάσεις για αποδεσμεύσεις και στοχοποίηση όσων επιχείρησαν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, τα ευρήματα της δικογραφίας και της αποδεικτικής διαδικασίας επιβάλλουν την αξιολόγηση του πλαισίου ευθυνών ιδίως ως προς πρόσωπα που είχαν θεσμική αρμοδιότητα εποπτείας και κατεύθυνσης του Οργανισμού.
Ενδείξεις συμμετοχής πολιτικών προσώπων – Ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των πρώην Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδή (Μάκη) Βορίδη και κ. Ελευθερίου Αυγενάκη», τονίζουν από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
«Στο πλαίσιο τέλεσης των ως άνω πράξεων κακουργηματικής απιστίας από διοικούντες και αρμόδια στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, προκύπτουν κατά την κρίση μας σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες αναντίλεκτα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από τη Βουλή κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, ότι οι πρώην Υπουργοί Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδής (Μάκης) Βορίδης και κ. Ελευθέριος Αυγενάκης παρείχαν στους φυσικούς αυτουργούς συνδρομή, υλική και ψυχική, με πράξεις και παραλείψεις τους, τόσο πριν από την τέλεση επιμέρους πράξεων όσο και κατά τη διάπραξή τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτυχή ολοκλήρωση των ενεργειών που προκάλεσαν τη βλάβη», σημειώνουν.
«Η συνδρομή αυτή δεν απαιτεί γνώση όλων των ειδικών λεπτομερειών των επιμέρους πράξεων, αλλά αρκεί γνώση του γενικού περιγράμματος της αξιόποινης συμπεριφοράς και πρόθεση συμβολής. Στο πλαίσιο αυτό, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (έγγραφα, καταθέσεις, υπηρεσιακές αναφορές, απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες) προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις ότι συγκεκριμένες πολιτικές ενέργειες ή παραλείψεις των ως άνω πρώην Υπουργών συνέβαλαν στη δημιουργία «περιβάλλοντος» ανοχής, καθυστέρησης ή και ευθείας διευκόλυνσης της παράνομης δραστηριότητας, παρέχοντας πολιτική κάλυψη κρίσιμη και πολύτιμη για τη διαρκή λειτουργία του μηχανισμού», υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές.