«Πέτα το στη θάλασσα»: Όταν η πραγματικότητα γίνεται μυθοπλασία που συγκλονίζει

Ο συγγραφέας Σάκης Σερέφας μιλά στη «ΜτΚ» για το τελευταίο του βιβλίο που ξεδιπλώνει τα στοιχεία μίας σκοτεινής υπόθεσης

«Πέτα το στη θάλασσα». Ο τίτλος πέφτει βαρύς, σχεδόν ανυπόφορος, όπως και η εικόνα που τον γεννά: Μία γυναίκα πλησιάζει την προκυμαία της Θεσσαλονίκης το 1963, κρατώντας ένα βρέφος στην αγκαλιά της. Σε λίγα λεπτά, το σώμα του παιδιού θα βυθιστεί στο νερό. Σε λίγες ώρες, η πόλη θα βοά. Σε λίγες μέρες, τα πρωτοσέλιδα θα έχουν ήδη αποφανθεί: Σκύλα, φόνισσα, παιδοκτόνος.

serefas-efimerida1.png

Και όμως, γύρω από εκείνη τη στιγμή, γύρω από εκείνο το μικροσκοπικό πτώμα, στροβιλίζεται ένα ολόκληρο σκοτεινό σύμπαν, κοινωνικό, πολιτικό, θεσμικό. Αυτό το σύμπαν επιχειρεί να φωτίσει ο Σάκης Σερέφας στο νέο του μυθιστόρημα (Εκδόσεις Μεταίχμιο), όχι για να αποδώσει ελαφρυντικά, αλλά για να κατανοήσει τα αόρατα νήματα που οδηγούν έναν άνθρωπο στην άβυσσο.

Η αφετηρία του βιβλίου είναι ένα πραγματικό γεγονός. Ο συγγραφέας το εντόπισε πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, ερευνώντας παλιές εφημερίδες για άλλο έργο του. «Με συντάραξε το γεγονός πως αυτή η γυναίκα ήρθε με το παιδί της από τη Γερμανία μέχρι τη Θεσσαλονίκη όχι για να το πετάξει στη θάλασσα -αφού θάλασσες, λίμνες και ποτάμια διαθέτει και η Γερμανία- αλλά για να το αφήσει στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Άγιος Στυλιανός, αφού αδυνατούσε να το συντηρήσει μόνη της», λέει στη «ΜτΚ».

Το βρεφοκομείο δεν δέχτηκε το βρέφος. Γραφειοκρατία, κανονισμοί, πιστοποιητικά. Εκείνη περιπλανήθηκε όλη μέρα στην πόλη με το παιδί αγκαλιά, ώσπου το απόγευμα κατέληξε στη θάλασσα. «Σκέφτηκα: Βλέπεις στον δρόμο μία γυναίκα να έχει στην αγκαλιά το παιδί της και δεν ξέρεις την κατάληξη που μπορεί να έχει έπειτα από λίγες ώρες αυτή η εικόνα που περνά από μπρος σου». Η ιστορία τον στοίχειωσε. Πρώτα έγινε ποίημα, μετά κεφάλαιο σε άλλο βιβλίο, μέχρι που -όπως επισημαίνει- «ήρθε η ώρα του και έγινε μυθιστόρημα».

Στο «Πέτα το στη θάλασσα», η μητέρα δεν σκιαγραφείται ως τέρας. Δεν υπάρχει προμελέτη, ούτε ψυχρό σχέδιο. «Η παιδοκτόνος αυτή δεν έδρασε προμελετημένα. Την παιδοκτονία θα μπορούσε να τη διαπράξει και στη Γερμανία. Άρα η πράξη της μπορεί να ερμηνευθεί ως πράξη απελπισίας», τονίζει ο Σερέφας. Και ξεκαθαρίζει τη συγγραφική του στάση: «Δεν την κρίνω. Την παρατηρώ και την περιγράφω. Και ο αναγνώστης μπορεί να διαμορφώσει τη δική του άποψη». Έτσι, το βάρος μετατοπίζεται από την ατομική ενοχή στο συλλογικό πλαίσιο που γεννά την τραγωδία.

Η γυναίκα αυτή εγκλωβίστηκε μέσα σε ένα δίχτυ καταστάσεων και συγκυριών που την οδήγησαν στην αποτρόπαιη, όσο και αδιανόητη, πράξη της. Είναι μετανάστρια στη Γερμανία, εργάτρια, και ο άντρας της την έχει εγκαταλείψει. Μένει έγκυος. Δεν γνωρίζει αν έμεινε έγκυος από τον άντρα της ή από έναν άλλον άντρα με τον οποίο είχε συνάψει μία περιστασιακή σχέση, ο οποίος είναι επίσης εξαφανισμένος. Δίνει το παιδί της σε ένα ίδρυμα, όπου το φροντίζουν τις ώρες που αυτή εργάζεται. Όταν το νήπιο γίνεται ενός έτους, με βάση τον κανονισμό αυτού του ιδρύματος, πρέπει να το πάρει από εκεί, λόγω της ηλικίας του. Το να το αναθέσει σε άλλο ίδρυμα τής είναι δυσβάσταχτο οικονομικά, διότι στέλνει χρήματα και στους γονείς της, που ζουν σε ένα χωριό της Μακεδονίας, φροντίζοντας τη μεγαλύτερη κόρη της. Άρα είναι ολομόναχη και αβοήθητη. Είναι μια γυναίκα που δεν γνωρίζει αν το βρέφος είναι του άντρα της ή ενός άλλου άντρα με τον οποίο έτυχε να συνευρεθεί περιστασιακά.

Το μυθιστόρημα ανοίγει το κάδρο και αποκαλύπτει το σκοτεινό παρασκήνιο της δεκαετίας του ’60: Βρεφοκομεία που λειτουργούν ως κόμβοι παράνομων υιοθεσιών, βρέφη που διοχετεύονται στην Αμερική, πολιτικά σκάνδαλα, δημοσιογραφικά αλισβερίσια, εξουσίες που αλληλεπικαλύπτονται. «Όταν στα 1965 έγινε η δίκη για την παράνομη διακίνηση των έκθετων βρεφών του Βρεφοκομείου Άγιος Στυλιανός, διερευνήθηκε μόνο η περίοδος 1960-1962», υπενθυμίζει ο συγγραφέας. «Ο μόνος που καταδικάσθηκε ήταν ο διευθυντής του, ενώ όλοι οι άλλοι είτε αθωώθηκαν είτε παραγράφηκαν τα αδικήματά τους». Ο ίδιος ο διευθυντής, μάλιστα, υποστήριξε ότι εκτελούσε εντολές «υψηλά ιστάμενων προσώπων» που στη συνέχεια τον εγκατέλειψαν. «Είναι φανερό πως η βρομοδουλειά γινόταν στα μουλωχτά με τη συμμετοχή και την κάλυψη όλης της ‘καλής κοινωνίας’», λέει ο συγγραφέας. «Κάθαρση δεν υπήρξε ποτέ», υποστηρίζει ο Σερέφας.

Αυτό το πλέγμα εξουσίας είναι που συνθλίβει και την ηρωίδα του βιβλίου. Μετανάστρια εργάτρια στη Γερμανία, εγκαταλελειμμένη, έγκυος χωρίς στήριξη, οικονομικά εξαντλημένη. «Η γυναίκα αυτή εγκλωβίστηκε μέσα σε ένα δίχτυ καταστάσεων και συγκυριών που την οδήγησαν στην αποτρόπαιη, όσο και αδιανόητη, πράξη της», εξηγεί ο Σάκης Σερέφας. Δεν μπορεί να κρατήσει το παιδί, δεν μπορεί να το αναθέσει αλλού, δεν μπορεί να το πάει στους γονείς της στο χωριό χωρίς κοινωνικό στιγματισμό. Όταν φτάνει στον Άγιο Στυλιανό, απορρίπτεται (στην πραγματικότητα επειδή δεν το δέχονται γιατί δεν έχει τα απαραίτητα πιστοποιητικά ονοματοδοσίας, ονόματος πατρός και βάφτισης). Στη μυθοπλασία, ο λόγος είναι ακόμη πιο κυνικός: Το παιδί θεωρείται ‘σκάρτο’, άρα ακατάλληλο για πώληση. «Όλα αυτά τής θολώνουν το μυαλό και εξωθείται να κάνει αυτό που κάνει», καταλήγει.

Το «Πέτα το στη θάλασσα» δεν επιδιώκει να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν. Επιμένει να το κρατά ανοιχτό. Θυμίζει ότι κάθε ιστορία ανήκει σε εκείνον που την αφηγείται τελευταίος -και ότι, όσο αυτές οι ιστορίες μένουν θαμμένες, οι ίδιες σκιές συνεχίζουν να κινούνται στο παρόν. Στο τέλος, μένει η θάλασσα. Όχι ως λύτρωση, αλλά ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που έμαθε να ξεπλένει τις ευθύνες της στο αλάτι, αφήνοντας πίσω της ένα παιδικό σώμα και μια σιωπή που ακόμη βαραίνει.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 04.01.2026

Loader