Ο Τράμπ και ο «τραμπισμός», ως πολιτικό φαινόμενο, είναι δημιούργημα των προβλημάτων που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση στις ΗΠΑ και ευρύτερα στον δυτικό κόσμο, τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι ΗΠΑ κυρίως, όπως και η Βρετανία, οι δύο πιο διεθνοποιημένες οικονομίες, από την δεκαετία του '70, αξιοποιώντας την υπεροχή τους στον χρηματοοικονομικό τομέα και στις νέες τεχνολογίες, κυρίως της Πληροφορικής και της Επικοινωνίας, με όργανο την GATT στην αρχή και την μετεξέλιξή της στον ΠΟΕ, προώθησε τις περιφερειακές και διεθνείς εμπορικές συμφωνίες αγαθών, υπηρεσιών και πνευματικής ιδιοκτησίας, που τώρα ακυρώνει. Η απελευθέρωση της μετακίνησης των κεφαλαίων, των αγαθών και υπηρεσιών, όχι φυσικά των ανθρώπων, ευνόησε τις χώρες της Δύσης, κυρίως των ισχυρών οικονομικών ομίλων, που μετέφεραν μεγάλα τμήματα της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα, όπου το κόστος εργασίας, το περιβαντολογικό και κοινωνικό κόστος, έγιναν τα εργαλεία της εκρηκτικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να αντιστραφούν οι ρόλοι.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες να γίνουν οι επισπεύδοντες της παγκοσμιοποίησης και οι χώρες της Δύσης, να επιδιώκουν την αναχαίτιση. Το Brexit και η εκλογική επιτυχία Τράμπ το 2016, και του 2024, όπως και οι αναδιπλώσεις αρκετών χωρών της ΕΕ, είναι το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός δανεισμός των χωρών της Δύσης δεν έδωσε τις απαντήσεις που ήθελαν, απλώς παράτεινε την ζωή των οικονομιών, των κοινωνιών και των πολιτικών ισορροπιών τους, δημιούργησε όμως τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα, που έγιναν εκρηκτικά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση στις ΗΠΑ το 2017, που μεταφέρθηκε ως κρίση χρέους στην ΕΕ και ως πολύπλευρη κρίση σε αδύναμες χώρες, όπως η χώρα μας, με τα γνωστά οδυνηρά αποτελέσματα.
Η μονοκρατορία των ΗΠΑ, μετά την διάλυση ΚΟΜΕΚΟΝ, την πτώση του τοίχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, έληξε γρήγορα, αφού οι ΗΠΑ σπατάλησαν τα πλεονεκτήματά τους, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, με τις στρατιωτικές εισβολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Η οικονομία των ΗΠΑ υποχωρούσε και υποχωρεί, η ανεργία μεγάλωνε και, η αγοραστική δύναμη μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας μειώνεται συνεχώς., ενώ αντιθέτως οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι πολυεθνικές εταιρείες, κυρίως στις νέες τεχνολογίες, γιγαντώνονται και θέλουν να δρουν ανεξέλεγκτες, ακόμη και εις βάρος της δημοκρατίας, το ίδιο σε όλη την Δύση.
Αντιθέτως, οι αναπτυσσόμενες χώρες, με ένταση η Κίνα, έχουν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δημιουργούν εμπορικά και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Οι επιθετικοί και μονομερείς δασμοί, ο «Μερκαντιλισμός» του 16ου-18ου αιώνα, που επέλεξε ο Τράμπ, είναι μια πλευρά των επιλογών του, για μειώσει τα δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα. Η επιλογή όμως αυτή πλήττει την παγκόσμια οικονομία, φυσικά και των ΗΠΑ.
Οι γεωοικονομικές ισορροπίες αναδιαμορφώνονται, δημιουργούνται νέες ζώνες οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής.
Ο Τραμπ με στρατιωτικές επεμβάσεις, με απειλές προσαρτήσεων γειτονικών χωρών, επιδιώκει να επανακτήσει τον οικονομικό και στρατηγικό έλεγχο, στο «Δυτικό Ημισφαίριο¨, όχι πλέον απέναντι στις Ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις, όπως ο Πρόεδρος Μονρόε, στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά κυρίως απέναντι στην Κίνα και γενικότερα τους BRICS.
Πολιτικοί του φίλοι είναι, οι αυταρχικοί ηγέτες δημοκρατικών χωρών και οι ηγέτες αυταρχικών καθεστώτων.
Τον Τράμπ δεν τον ενδιαφέρει η δημοκρατία στις άλλες χώρες, μάλιστα τον ενοχλεί και στην δική του.
Η καταπολέμηση των καρτέλ παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών, με την χάρη που έδωσε στον καταδικασμένο σε 45 χρόνια φυλακή πρώην πρόεδρο της Ονδούρας, φαίνεται προσχηματική.
Δεν τον ενδιαφέρει η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μια χώρα, τον ενδιαφέρει να του κάνουν την δουλειά. Γιαυτό στην Βενεζουέλα, επιδιώκει να βρει συμφωνία με το καθεστώς Μαδούρου, χωρίς τον Μαδουρο.
Με το «Νέο Σύμφωνο Εθνικής Ασφάλειας», θέλει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, όχι ως συλλογικές οντότητες, με τους σκοπούς και τις λειτουργίες που ορίζουν οι κανονισμοί τους, αλλά ως πελάτες Αμερικανών όπλων, αγαθών και υπηρεσιών. Λοιδορεί την ΕΕ ως θεσμό, λοιδορεί τις οικονομίες των χωρών της, την δημοκρατία και τους ηγέτες της. όμως οι χώρες της ΕΕ έχουν 300 περίπου δις δολάρια εμπορικό πλεόνασμα αγαθών, έναντι των ΗΠΑ, που σημαίνει ότι η παραγωγικότητα των οικονομιών των χωρών της ΕΕ, είναι πιο υψηλή της οικονομίας των ΗΠΑ. Η εκβιαστική επιβολή δασμών στα προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, από 15%-50%, και η επιβολή δαπανών 5% του ΑΕΠ ετησίως, για την άμυνα, έχουν στόχο να αποδυναμώσουν την ΕΕ και όλες τις χώρες, και ταυτόχρονα να ενισχυθούν τα ακροδεξιά κόμματα, οι πολιτικοί και ιδεολογικοί του σύμμαχοι. Χρησιμοποιεί την απειλή της Ρωσίας για να αποσταθεροποιήσει την ΕΕ, οικονομικά, πολιτικά , θεσμικά. Ξέρει ότι υπάρχουν χώρες της ΕΕ, που ακόμη και μόνες τους μπορούν σε μια σύγκρουση με συμβατικά όπλα, να αντιμετωπίσουν την Ρωσία του Πούτιν, όμως Ρωσία έχει την απόλυτη υπεροχή στα πυρηνικά όπλα, απέναντι στις χώρες της ΕΕ και δεν έχει πρόβλημα να την επιδεικνύει, όπως έκανε απέναντι στην Ουκρανία, για να ακυρώσει κάθε σκέψη των δυτικών να ενισχύσουν την Ουκρανία με πυραύλους, ακόμη και μεσαίου βεληνεκούς.
Η επιδίωξη προσάρτησης της Γροιλανδίας, δοκιμάζει τα έσχατα όρια της συνοχής του ΝΑΤΟ. Νομιμοποιεί την εισβολή στην Ουκρανία, την ανασύσταση ευρύτερης ζώνης επιρροής, τουλάχιστον στα όρια της πρώτης Σοβιετικής Ένωσης, την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, και ανοίγει το δρόμο, της βίαιης προσάρτησης της Ταιβάν από την Κίνα.
Την Τουρκία την θέλει ως αγορά, κυρίως όμως γεωπολιτικά, τόσο στην περιβαλλουσα ζώνη της, όσο και ως ανάχωμα στην Κίνα, και αυτό της δίνει πλεονεκτήματα.
Η Ελλάδα, ότι ήταν να δώσει στις ΗΠΑ τα έδωσε με τον Μπάιντεν και αυτό τον εκνευρίζει, και κυρίως, γιατί δεν έχει να πάρει κάτι νέο και σημαντικό.
Η νέα τάξη που διαμορφώνει η παγκοσμιοποίηση και επιταχύνει με τις επιλογές του ο Τραμπ, είναι επικίνδυνη για τον κόσμο, την ΕΕ και φυσικά ακόμη περισσότερο για την χώρα μας.
Διαβάζοντας την ιστορία του Νέρωνα, του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, περίπου δυο χιλιάδες πριν, βρίσκουμε σκληρές ομοιότητες.
Εμείς ως χώρα, ούτε κρυβόμαστε, ούτε υποτασσόμαστε, ούτε σηκώνουμε μπαϊράκι. Είναι δύσκολη η εποχή, αλλά πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου και των εθνικών συμφερόντων.
Θέλει διακομματική συνεννόηση και, εκτός της ισχυρής αποτρεπτικής στρατιωτικής δύναμης, θέλει ενίσχυση του κράτους δικαίου, της οικονομίας, της κοινωνικής συνοχής και της περιφερειακής σύγκλισης, για να είμαστε αποτελεσματική ως χώρα, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στο βαθμό που θα συνεχίσει να υπάρχει.