18 21

Απέναντι από το εμβληματικό μέγαρο της ΧΑΝΘ, σ’ ένα μικρό παρκάκι, ο περαστικός συναντιέται μ’ έναν ανδριάντα, ο οποίος τιμά τον Νικόλαο Κασομούλη. Αγωνιστής του ’21, από τους πρώτους τη στιγμή της Εθνεγερσίας, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του Κώστα, ο οποίος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και υπήρξε από τους πρωτοστάτες. Βρήκε τον θάνατο σε μάχη στη Νάουσα, όπου έσπευσε να βοηθήσει.

Αρχίζοντας η Επανάσταση, την οικογένεια Κασομούλη τη βρίσκουμε εγκατεστημένη στη Σιάτιστα και τον πατέρα του να πηγαινοέρχεται ως έμπορος στις Σέρρες. Ήταν ιδιαιτέρως εύπορη οικογένεια, η οποία έχασε τον πλούτο της, καθώς συμμετείχε στην Επανάσταση στις Σέρρες. Τον τραγικό θάνατο του πατέρα ακολούθησε το σκλάβωμα της μητέρας του Σουλτάνας, των δύο κοριτσιών και του μικρότερου αδελφού Γιάννη. Απελευθερώθηκαν μόλις το 1829.

Ο Νικόλαος Κασομούλης βρισκόταν τον Φεβρουάριο του 1820 σε εμπορική αποστολή στην Αίγυπτο και στη Σμύρνη. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την επιστροφή του στις Σέρρες μύησε και τον πατέρα του. Στο κίνημα των Σερρών, ο πατέρας Κώστας συμμετείχε από τους πρώτους, για να συνεχίσει, όπως αναφέραμε στη Νάουσα. Ο Νικόλαος, παρά το γεγονός ότι ήταν μόλις είκοσι δύο ετών όταν ξέσπασε η Επανάσταση, στο Διαβατήριο της Αστυνομίας, το οποίο εξέδωσε στην αστυνομία της Ύδρας, δήλωσε είκοσι πέντε ετών, ώστε να μην εκλαμβάνεται για «μικρός».

Απογοητεύτηκε βαθιά από την αποτυχία της Επανάστασης στη Μακεδονία και την απόλυτη καταστροφή του σπιτιού του. Έμεινε κοντά στον αγωνιστή, καπετάνιο Στορνάρη, δουλεύοντας τρία χρόνια αμισθί. Είχε πάντα στα χέρια του το γράμμα της μητέρας του και τον αδελφό του, προκειμένου να το δείξει στη Διοίκηση και να μεριμνήσει αυτή για την απελευθέρωση των σκλάβων. Αυτή ήταν η ανταμοιβή που ζητούσε. Τελικά τα κατάφερε στα 1829. Πολύπειρος στις μάχες, βρέθηκε παντού, όπου υπήρχε αγώνας, με κυριότερη τη συνεισφορά του στην Πολιορκία του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια, βρέθηκε να υποστηρίζει τον Κυβερνήτη Καποδίστρια και υπήρξε ένας από τους συνυπογράψαντες το υπόμνημα εφαρμογής της ευρωπαϊκής τακτικής στα ελαφρά τάγματα. Με αυτά τα «ελαφρά τάγματα» πορεύθηκε ο Κασομούλης, προλαβαίνοντας επίφοβο κίνημα ανταρσίας στην Καλαμάτα, το 1831. Με την άφιξη των Βαυαρών στο Ανάπλι, το 1833, ουσιαστικά ελήφθη απόφαση διάλυσης των ταγμάτων.

Με πληγωμένη τη διάθεσή του και με μισθό 50 δραχμών τον μήνα, ο Κασομούλης τέθηκε σε διαθεσιμότητα, μένοντας στο Ανάπλι, συνεχίζοντας όμως το γράψιμο των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» του. Σταμάτησε τη συγγραφή στη σελίδα 1.640, οπότε και διορίσθηκε σε πολυτάραχη υπηρεσία καταδίωξης της ληστείας, οπότε άφησε τα γραπτά του στον σοφό συμπατριώτη του Γεώργιο Λασσάνη. Απασχολήθηκε σε πολλές ανάλογες στρατιωτικές υπηρεσίες, κάποιες φορές προβιβαζόμενος. Αντιλήφθηκε ότι οι καιροί άλλαζαν και η μέτρια μόρφωσή του δεν του επέτρεπε να προσαρμοστεί. Βγήκε στη σύνταξη το 1863 και έφυγε από τη ζωή το 1871, αφού προηγουμένως, το 1865 είχε χάσει τον γιο του. Ετάφησαν δίπλα-δίπλα, στη Στυλίδα, με την επιτάφια επιγραφή να γράφει: «Ενθάδε κείται ο Συνταγματάρχης Πεζικού Νικόλαος Κασομούλης εκ Μακεδονίας, μετά του υιού του Κωνσταντίνου, αποβιώσαντος το 1865».