Ο φόρος στους δισεκατομμυριούχους και το αμερικανικό πείραμα της ανισότητας. Του Παύλου Αβραμόπουλου

Η συζήτηση που έχει ανοίξει ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Πολιτείας της Καλιφόρνιας

Παύλος Αβραμόπουλος
Γράφει Παύλος Αβραμόπουλος Σύμβουλος Επικοινωνίας

Τον ερχόμενο Νοέμβριο, οι πολίτες της Καλιφόρνιας θα κληθούν να αποφασίσουν για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά και οικονομικά πειράματα των τελευταίων ετών. Το ερώτημα είναι απλό στη διατύπωσή του αλλά βαθιά σύνθετο στις συνέπειές του: Πρέπει να επιβληθεί ένας έκτακτος φόρος στον πλούτο των δισεκατομμυριούχων;

Η πρόταση προβλέπει μία εφάπαξ επιβάρυνση ύψους 5% για περιουσίες που υπερβαίνουν το ένα δισεκατομμύριο δολάρια, η οποία θα καταβληθεί σε βάθος πενταετίας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι πλουσιότεροι κάτοικοι της Πολιτείας θα αποδίδουν κάθε χρόνο περίπου το 1% της περιουσίας τους στο δημόσιο ταμείο.

Η συζήτηση που έχει ανοίξει ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Πολιτείας της Καλιφόρνιας. Αγγίζει ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής μας: Τη διαρκώς αυξανόμενη συγκέντρωση πλούτου σε ένα εξαιρετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια, η έκρηξη της τεχνολογίας και η αλματώδης άνοδος των χρηματιστηριακών αξιών δημιούργησαν περιουσίες πρωτοφανούς μεγέθους. Εταιρείες που ξεκίνησαν από γκαράζ ή πανεπιστημιακά εργαστήρια εξελίχθηκαν σε κολοσσούς με παγκόσμια επιρροή, μετατρέποντας τους ιδρυτές τους σε μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην ιστορία.

Οι υποστηρικτές του μέτρου θεωρούν ότι το φορολογικό σύστημα έχει μείνει πίσω σε σχέση με αυτή τη νέα πραγματικότητα. Υποστηρίζουν ότι ένα σημαντικό μέρος του υπερπλούτου δεν φορολογείται ουσιαστικά, καθώς προέρχεται από την άνοδο της αξίας μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων που δεν πωλούνται.

Κατά την άποψή τους, η δημοκρατία χρειάζεται μηχανισμούς που να αποτρέπουν τη συσσώρευση υπερβολικής οικονομικής ισχύος σε ελάχιστα χέρια και να διασφαλίζουν πόρους για δημόσιες υπηρεσίες, εκπαίδευση και κοινωνική πολιτική.

Οι επικριτές του φόρου αντιτείνουν ότι η λύση αυτή είναι περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Θεωρούν ότι η Καλιφόρνια κινδυνεύει να στείλει το μήνυμα πως τιμωρεί την επιχειρηματική επιτυχία. Επισημαίνουν ότι σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές διαθέτουν μεγάλη ευχέρεια μετακίνησης και ότι μία επιθετική φορολογική πολιτική μπορεί να οδηγήσει στη φυγή κεφαλαίων, επενδύσεων και θέσεων εργασίας προς άλλες πολιτείες ή χώρες.

Πίσω από τα οικονομικά επιχειρήματα κρύβεται όμως ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα. Ποιο είναι το όριο ανάμεσα στην επιβράβευση της καινοτομίας και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής; Πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει η οικονομική ανισότητα πριν αρχίσει να επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας;

Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Είναι όμως ενδεικτικό ότι ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη χώρα που παραδοσιακά ταυτίστηκε περισσότερο από κάθε άλλη με την ελεύθερη αγορά και την επιχειρηματικότητα, η συζήτηση για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου επιστρέφει με ένταση στο προσκήνιο.

Η ψήφος των Καλιφορνέζων θα αποτελέσει ένα τεστ για το κατά πόσο οι σύγχρονες κοινωνίες είναι διατεθειμένες να αναζητήσουν νέες ισορροπίες ανάμεσα στην οικονομική ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και γι’ αυτό το αποτέλεσμα θα παρακολουθηθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πολύ πέρα από τα σύνορα της αμερικανικής πολιτείας.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 14.06.2026

ESPA