Η πρωτοχρονιάτικη αρθρογραφία στα μέσα ενημέρωσης της Θεσσαλονίκης είθισται να περιστρέφεται στις εκκρεμότητες τις οποίες άφησε πίσω του ο προηγούμενος χρόνος, σε ό,τι αφορά κυρίως στα έργα, καθώς και στις προσδοκίες, βάσιμες ή όχι, για την επίλυσή τους στη διάρκεια του νέου χρόνου. Σπανίως τολμούμε να θέσουμε “το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων”. Να αναζητήσουμε, δηλαδή, την κύρια αιτία η οποία ευθύνεται για τη διαχρονική καθυστέρηση της πόλης. Και όταν το φέρνει η συζήτηση, καταφεύγουμε στην εύκολη απάντηση ότι “για όλα τα δεινά της Θεσσαλονίκης φταίει το αθηνοκεντρικό κράτος” και ξεμπερδεύουμε. Η τακτική αυτή είναι βολική καθώς το να στρέψουμε το βλέμμα μας στον καθρέφτη είναι επώδυνο, γιατί εκεί αποτυπώνονται και οι δικές μας ευθύνες.
Το «αθηνοκεντρικό κράτος» ασφαλώς ευθύνεται για την παραμέληση της Θεσσαλονίκης. Όμως, βρίσκει και τα κάνει. Ενδιαφέρεται κυρίως για τα του οίκου του, διότι κάποιοι άλλοι αδιαφορούν για τον δικό τους. Κι αυτοί οι «κάποιοι άλλοι» είναι η εκάστοτε ηγεσία της πόλης: πολιτική, αυτοδιοικητική, επιχειρηματική, αθλητική κ.ο.κ. Ηγεσία η οποία αρκείται σε ό,τι της σερβίρεται από την Αθήνα και σε οποιαδήποτε συσκευασία. Γι' αυτό και η πόλη χρειάστηκε δεκαοκτώ χρόνια για να αποκτήσει ένα μετρό μόλις δέκα χιλιομέτρων· γι' αυτό οι επεκτάσεις του παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες, ελλείψει χρημάτων, όπως κυνικά δηλώνεται από την πρωτεύουσα· γι' αυτό και μια από τις εμβληματικότερες αστικές αναπλάσεις, όπως αυτή της ΔΕΘ, “ωριμάζει” εδώ και μια δεκαπενταετία· γι' αυτό και ο περίφημος αρχαιολογικός περίπατος ο οποίος θα συνενώνει τα σπουδαία μνημεία της πόλης παραμένει ακόμη στα χαρτιά· γι' αυτό και οι σημαντικότερες επενδύσεις προέρχονται από ξένα κεφάλαια· γι' αυτό και, με εξαίρεση την άνθηση του ΠΑΟΚ την τελευταία δεκαετία, όλα τα υπόλοιπα σωματεία, σε όλα τα αθλήματα έχουν βυθιστεί στη μετριότητα κ.ο.κ.
Το βασικό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι πρωτίστως πολιτικό και έχει δύο πτυχές. Η πρώτη είναι η απουσία εκείνων των θεσμικών λειτουργιών οι οποίες θα μπορούν να σχεδιάζουν, να τεκμηριώνουν και να διεκδικούν. Λείπει, για παράδειγμα, ένας φορέας όπως ο παλιός Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης, ενώ από χθες μπήκε λουκέτο και στην «Εγνατία Οδός ΑΕ» η οποία θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε έναν τέτοιο Οργανισμό.
Κυρίως, όμως, λείπει ένας πολιτικά ισχυρός και επιστημονικά καταρτισμένος μητροπολιτικός αυτοδιοικητικός φορέας ο οποίος να χαράσει στρατηγική, να μελετά και να υλοποιεί. Όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις.
Αντί αυτών έχουμε δύο κυβερνητικές καρικατούρες, το ΥΜΑΘ και το Γραφείο Πρωθυπουργού, χωρίς καμία ουσιαστική αρμοδιότητα, αναγκασμένοι να περιορίζονται σε ρόλο διαμετακομιστή των τοπικών αιτημάτων προς το κεντρικό κράτος.
Η δεύτερη πτυχή αφορά αυτό καθ' αυτό το στελεχιακό δυναμικό της Θεσσαλονίκης. Τα πολιτικά στελέχη, υπουργοί, βουλευτές, εργάζονται πρωτίστως για την επίτευξη του βασικού στόχου τους που είναι η επανεκλογή τους και παρεμπιπτόντως ασχολούνται εντελώς επικουρικά και επιφανειακά και με κάποια από τα προβλήματα της πόλης. Οι δήμαρχοι, από την άλλη, δρουν κατά μόνας, ο καθένας για τον τόπο του με αποτέλεσμα, στη μεγάλη εικόνα του το πολεοδομικό συγκρότημα να φαντάζει με ακατάστατο πίνακα ερασιτέχνη ζωγράφου. Οι επιχειρηματίες, πάλι, με ελάχιστες γνωστές εξαιρέσεις, προσβλέπουν κυρίως σε κρατικά κεφάλαια ή κοινοτικούς πόρους και αραιά και που επιδίδονται σε ορισμένες δωρεές, προσβλέποντας ίσως σε μελλοντικές διευκολύνσεις. Για δε τους αθλητικούς παράγοντες (με εξαίρεση τον Ιβάν Σαββίδη), ας μην το συζητήσουμε καλύτερα...
Μπορεί να αλλάξει κάτι ως προς αυτά, το 2026; Τυχόν καταφατική απάντηση θα φάνταζε με ασυγχώρητη αφέλεια. Το «επιτελικό» κράτος δεν έχει καμία διάθεση να μοιράσει πόρους και αρμοδιότητες σε αποκεντρωμένους μητροπολιτικούς φορείς. Γι' αυτό και δεν τους συγκροτεί άλλωστε. Τελευταίο παράδειγμα το υπό ψήφιση νομοσχέδιο για τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης στο οποίο δεν προβλέπονται κανενός είδους μητροπολιτικές λειτουργίες. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, τέτοιου είδους λειτουργίες, στην πραγματικότητα δεν τις επιθυμεί ούτε η πλειονότητα των δημάρχων. Ο καθένας θέλει να είναι εκείνος αρχηγός στον τόπο του.
Σε ό,τι αφορά δε, το πολιτικό προσωπικό, ακόμη και εάν θα είχε διάθεση να αλλάξει νοοτροπία, ώστε να πάψει να ενδιαφέρεται μόνο για την επανεκλογή του, αυτό είναι πολύ δύσκολο να γίνει το 2026 το οποίο είναι προεκλογική, και ενδεχομένως, και εκλογική χρονιά.
Γι' αυτό ας περιοριστούμε στις κλασικές πρωτοχρονιάτικες ευχές η νέα χρονιά που τρέχει από σήμερα να μας χαρίσει υγεία και δύναμη για να τα βγάλουμε πέρα, και να είναι περισσότερο γενναιόδωρη, κυρίως προς τους συνανθρώπους μας που βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση.
Όσο για τη Θεσσαλονίκη μας, αυτή έχει μάθει, έτσι κι αλλιώς, να πορεύεται με τα λίγα, οπότε, ό,τι παραπάνω καταφέρει με τις δικές της δυνάμεις το 2026 θα είναι ασφαλώς μια ευχάριστη έκπληξη.