Μαρκ Γιάνσε: Ο Ολλανδός θεματοφύλακας της καππαδοκικής γλώσσας

Ένας από τους πιο γνωστούς καθηγητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και των μικρασιατικών διαλέκτων

Ένας από τους πιο γνωστούς καθηγητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και των μικρασιατικών διαλέκτων, ο Μαρκ Γιάνσε, ο οποίος πρόσφατα ορίστηκε άμισθος πρόξενος του ελληνικού προξενείου στη Γάνδη, είναι πλέον και επίτιμος δημότης Χαλκηδόνας.

Πριν από 20 χρόνια, στο Γαβούστημα, το ετήσιο αντάμωμα των Καππαδοκών, που έγινε στους Φίλιππους, ο Ολλανδός καθηγητής μίλησε στο κοινό στα μιστιώτικα (ή μιστιλίδικα), την διάλεκτο που μιλούσαν στην περιοχή Μιστί της Καππαδοκίας. Θυμάται ότι τότε τον πλησίαζαν άνθρωποι με δάκρυα στα μάτια, μην μπορώντας να πιστέψουν ότι ένας καθηγητής πανεπιστήμιου, και μάλιστα ξένος, μελετούσε τη γλώσσα που μιλούσαν οι παππούδες τους.

Η γοητεία του αλφάβητου

Χάρη στον δικό του παππού ανακάλυψε ο ίδιος την αρχαία ελληνική γλώσσα. Γεννημένος σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου μιλιόταν τρεις διαφορετικές διάλεκτοι των Κάτω Χωρών, ο κ. Γιάνσε ήταν από μικρός παθιασμένος με τις γλώσσες. Όταν ήταν παιδί, διάβασε ένα κείμενο για την αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, με δείγμα γραφής στα αρχαία ελληνικά και... γοητεύτηκε από το ελληνικό αλφάβητο, μεταγράφοντας αμέσως το όνομά του με ελληνικούς χαρακτήρες. Στο γυμνάσιο αποφάσισε να κάνει μαθήματα αρχαίας ελληνικής και στο πανεπιστήμιο ακολούθησε την κατεύθυνση της γλωσσολογίας. Από μικρός ονειρευόταν να είναι ο πρώτος που θα ανακαλύψει μία «μυστική γραφή», και κατά κάποιο τρόπο τα κατάφερε, αφού ως γλωσσολόγος ειδικεύτηκε στις μικρασιατικές διαλέκτους, και ειδικότερα στην καππαδοκική.

Πρωτοπόρος ήταν ο Ρίτσαρντ ΜακΓκίλβαρι Ντόκινς, ο οποίος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα κατέγραψε τις προφορικές διαλέκτους της Μικράς Ασίας, μεταξύ αυτών και των διαφορετικών διαλέκτων της Καππαδοκίας. Σήμερα ο κ. Γιάνσε είναι ίσως ο κορυφαίος γλωσσολόγος παγκοσμίως στις μικρασιατικές διαλέκτους, και κυρίως στην καππαδοκική.

Παιδί ενός «μεικτού γάμου»

Τι ήταν όμως αυτή η γλώσσα; «Μαζί με την τσακώνικη, η ποντιακή και καππαδοκική είναι από τις πιο αρχαίες διαλέκτους της ελληνικής» εξηγεί στη «ΜτΚ». «Ο μικρασιατικές διάλεκτοι έχουν πολλά αρχαία ιωνικά στοιχεία μέσα τους. Η εξέλιξη τους ξεκίνησε στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή» λέει και μας δίνει ένα παράδειγμα. «Στα καππαδοκικά πρέπει να ξέρεις αν ένα ουσιαστικό είναι άψυχο ή έμψυχο, γιατί κλίνεται διαφορετικά, αυτό ήταν κάτι που δεν υπήρχε στα αρχαία ελληνικά, ούτε στην νέα ελληνική, ούτε στην τουρκικη». Γιατί μελετά συστηματικά μία γλώσσα που δεν ομιλείται πια, παρά από ελάχιστους ανθρώπους; «Και η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν μιλιέται πια» μας αντιτείνει. «Τα καππαδοκικά ήταν μία προφορική γλώσσα, με διαφορετικά ιδιώματα. Δεν υπήρχε γραμματική, ακαδημία ή σχολεία όπου να διδάσκεται, αλλά έχει τρομερό ενδιαφέρον». Ο ίδιος ταξιδεύει στην Αμερική, σε όλη την Ευρώπη, στην Αυστραλία για να δώσει διαλέξεις γι’ αυτή τη γλώσσα, που έχει ρίζες στην αρχαία ελληνική, αλλά με την πάροδο των χρόνων απέκτησε και στοιχεία της τουρκικής. Όπως λέει, «η καππαδοκική είναι το ‘παιδί’ ενός ‘μεικτού γάμου’ δύο γλωσσών που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Έχει αξία για τους γλωσσολόγους, γιατί είναι πρότυπο ανάμειξης γλωσσών» λέει. Του ζητήσαμε να γράψει κάποιες φράσεις στα καππαδοκικά

-«Ντουσουνίζω», δηλαδή σκέφτομαι (από το τούρκικο düşün)

«Τσ̌ανό ’σι μι; / τσιανό ’σι μι;», δηλαδή «τρελός είσαι;». Το ‘μι’ είναι το τούρκικο ερωτηματικό μόριο που δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο στα ελληνικά.

-«Εμπέ, σι̂λαɩ̈́ζ̌ʾ καργιά μʾ!», δηλαδή «πω πω, πονάει η κοιλιά μου!»

-«Σι̂λαɩ̈́ζ̌ʾ ντου τσ̌ουφάλι μʾ», δηλαδή «πονάει το κεφάλι μου»

«Φτί με κρούσʾ!», «μη δίνεις σημασία!»

-«Ποτʾ σι αραɩ̈́ζου σʾ ούρανος, ηύβρα σι κατʾ εισ̌τηγή» δηλαδή στον ουρανό σε έψαχνα, στη γη σε βρήκα

-«Χιογός α σι χαρίσʾ», δηλαδή «ο Θεός ας σε χαρίσει», σ’ ευχαριστώ!

-«Μποίκα» δηλαδή «έκανα» (μεσ. ποίκα, αρχ. ποιῶ),

-«Ντα κλάτσια μας ντεν παίνισκαν σκόλεια», δηλαδή «τα παιδιά μας δεν πήγαιναν στο σχολείο»

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 40% των Καππαδοκών που ήρθαν στην Ελλάδα μιλούσαν τουρκικά και καππαδοκικά και το 60% ήταν τουρκόφωνοι, που έγραφαν τούρκικες λέξεις, αλλά με ελληνικά αντί για αραβικά γράμματα. «Είχαν κρατήσει ως στοιχείο της ταυτότητας του Ρωμιού τη θρησκεία και το αλφάβητο».

Δεν θα πούμε ποτέ «σε λοβάρω» αντί για «σ’ αγαπώ»

Πολλοί Έλληνες έχουν την αίσθηση ότι η ελληνική κατά κάποιο τρόπο είναι μΊα γλώσσα ανώτερη από τις άλλες. Υπάρχει τέτοια διαβάθμιση, που χωρίζει τις γλώσσες σε ανώτερες και κατώτερες;

«Εάν σκεφτόμασταν έτσι, η καππαδοκικη γλώσσα θα ήταν η κατώτερη και δεν είναι έτσι. Σίγουρα η ελληνική γλώσσα έχει μεγάλη ιστορία. Έχουμε τον Όμηρο, έχουμε τον Ευρυπίδη, τον Πλάτωνα, αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να σημαίνει ότι η γλώσσα είναι ανώτερη» λέει ο καθηγητής Γιάνσε, παρότι σπεύδει να προσθέσει ότι για τον ίδιο «η ελληνική είναι η πιο όμορφη και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου. Είμαι πολύ περήφανος που ξέρω και τα αρχαία και τα νέα ελληνικά».

Τι έχει να πει σε όσους ανησυχούν για τις αλλαγές στη γλώσσα μας, με την εισαγωγή ξένων λέξεων; «Οι γλώσσες πάντα αλλάζουν. Εγώ δεν φοβούμαι. Όπως είπε ο Σωκράτης για την Αττική διάλεκτο, οι Αθηναίοι έχουμε πάρει πάρα πολλές ξένες λέξεις από άλλες γλώσσες. Αν το είπε ο Σωκράτης, πώς να μην αλλάξει η νέα ελληνική γλώσσα;. Θα αλλάξει. Καμία γλώσσα δεν μένει ίδια. Μία φυσική γλώσσα αλλάζει συνέχεια. Οι αλλαγές αρχίζουν από τα παιδιά, που είναι η νέα γενιά ομιλητών. Να σου πω κάτι όμως; Υπάρχουν λέξεις όπως κλικάρω, γουγκλίζω, σερφάρω κ.τ.λ. Σκέφτηκα αν θα μπορούσαμε να πούμε ‘σε λοβάρω’ (από το αγγλικό love). Φυσικά, δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει τη λέξη ‘σ’ αγαπώ’ που είναι τόσο ελληνική».

honorary-consulate-in-ghent-foreign-affairs-ministry-yiannis-loverdos-mark-janse.jpg?v=0

Το Ξηροχωρι είναι το δικό μου χωριό

Στις αρχές του 2026, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός και «πρεσβευτής» της Ελλάδας στο εξωτερικό, ανέλαβε καθήκοντα επίτιμου πρόξενου στο άμισθο Προξενείο της χώρας μας στη Γάνδη. «Για μένα είναι τεράστια τιμή» λέει. Πριν από λίγες ημέρες ανακηρύχτηκε επίτιμος δημότης Χαλκηδόνας, λόγω της σχέσης του με το Ξηροχώρι και τους ανθρώπους του, κυρίως με τον Λάζαρο Κοτσανίδη τρίτης γενιάς ομιλητής της καππαδοκικής, που διέσωσε τα μιστιώτικα, με ηχογραφήσεις των ηλικιωμένων της περιοχής και μεταγραφή της προφορικής γλώσσας σε γραπτό λόγο. «Μετά από τόσα χρόνια, δεν είμαστε μόνο φίλοι, είμαστε αδέρφια, το Ξηροχώρι είναι το δικό μου χωριό, το σπίτι του, σπίτι μου. Το γεγονός ότι είμαι επίτιμος δημότης έχει άλλη σημασία για μένα. Νιώθω πολύ περήφανος» λέει.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 1/3/26

Loader
ESPA