Παρουσιάζει πάντοτε ενδιαφέρον να διαβάζει κανείς τα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου, καθώς αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο τρόπο να αντιληφθεί κανείς σε όποια γωνιά της ηπείρου και αν βρίσκεται κοινά σημεία και διαφορές στην έκφραση απόψεων, στάσεων και ανησυχιών ανάμεσα στους πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Ευρωβαρόμετρο είναι το μέσο δημοσκοπήσεων που χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ για την τακτική παρακολούθηση της κατάστασης της κοινής γνώμης στην Ευρώπη.
Πέρα από το τακτικό ευρωβαρόμετρο που είναι η περιοδική και πλέον ευρεία σφυγμομέτρηση έρευνες του Ευρωβαρόμετρου του Κοινοβουλίου επικεντρώνονται, αφενός, στις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των πολιτών όσον αφορά τη δράση της ΕΕ και, αφετέρου, στις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση.
Η πιο πρόσφατη έκδοση του Ευρωβαρόμετρου του Κοινοβουλίου προσέλκυσε την προσοχή μου από την κεντρική εικόνα που τη συνόδευε, ένας χάρτης της ΕΕ που έδειχνε τα ποσοστά ανά χώρα των πολιτών που συμφωνούν με τη δήλωση πως η ιδιότητα μέλους στην Ένωση είναι κάτι θετικό.
Το ποσοστό για την Ελλάδα ήταν μόλις 40%, το χαμηλότερο μεταξύ των 27, σημαντικά χαμηλότερο ακόμα και από χώρες όπου ο ευρωσκεπτικισμός φάνταζε εντονότερος επί σειρά ετών όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία ή και οι χώρες του Βίσεγκραντ.
45 χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ και ενώ η χώρα προετοιμάζεται να αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ στο δεύτερο εξάμηνο του 2027 η τάση που καταγράφεται στη συγκεκριμένη έρευνα σίγουρα γεννά προβληματισμό.
Εμβαθύνοντας κανείς στις λεπτομέρειες που αφορούν το προφίλ της Ελλάδας, διαπιστώνει κάτι σε πρώτη ανάγνωση μάλλον αντιφατικό, καθώς παρά την κριτική στάση απέναντι στην ΕΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων αναμένει μία περισσότερο ενωμένη και ισχυρή Ευρώπη ενόψει των μεγάλων παγκόσμιων προκλήσεων.
Ωστόσο, η εξήγηση για την αρνητική στάση απέναντι στην ιδιότητα μέλους της ΕΕ αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται όταν κοιτάξει κανείς τις θέσεις που αφορούν τις προτεραιότητες που θα έπρεπε να θέσει η ΕΕ.
Εκεί διαπιστώνει κανείς πολύ σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα ζητήματα που θεωρούν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες πως θα έπρεπε να βρίσκονται ψηλότερα στη λίστα των προτεραιοτήτων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τέσσερα βασικά θέματα αναδεικνύονται από ελληνική σκοπιά:
- α) πληθωρισμός και κόστος διαβίωσης (53% vs. 41%)
- β) οικονομία και απασχόληση (60% vs. 35%)
- γ) δημόσια υγεία και περίθαλψη (54% vs 32%)
- δ) φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός (46% vs. 28%)
Την ίδια στιγμή, σημαντικά χαμηλότερη σημασία αποδίδουν τα ερωτηθέντα άτομα στην Ελλάδα στην άμυνα και την ασφάλεια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (18% vs. 34%).
Διαπιστώνει κανείς πως πεδία όπου τα προβλήματα χρονίζουν, όπου υπάρχουν ζητήματα ευθέως συνδεδεμένα με την καθημερινότητα των πολιτών και στα οποία οι πολίτες δε θεωρούν πως δίνονται επαρκείς λύσεις σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο αναζητούν ή μάλλον έχουν προσδοκία για απαντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Και καθώς αυτή είναι μία λιγότερο ή περισσότερο πανευρωπαϊκή τάση, βλέπουμε πως η ΕΕ de facto αναγκάζεται να αναλάβει πρωτοβουλίες ακόμη και ζητήματα που δεν ανήκαν μέχρι πρότινος στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το στεγαστικό.
Ο αντίκτυπος του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Προσιτή Κατοικία (EU Affordable Housing Plan) ίσως αποτελέσει ένα είδος stress test σχετικά με το κατά πόσο μπορεί εντέλει η Ένωση με τα διάφορα όργανα και τους μηχανισμούς της να καλύψει τέτοια κενά πολιτικής και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών όπως αυτές καταγράφονται στο ευρωβαρόμετρο.