Κάθε 25η Μαρτίου δεν μοιάζει απλώς με μια ακόμη επέτειο, αλλά αποτελεί μια ημερομηνία που κουβαλά μέσα της φωνές, σιωπές και κάτι από εκείνη τη δύσκολη, σχεδόν ακατανόητη αποφασιστικότητα των ανθρώπων που έμαθαν να επιλέγουν την ελευθερία ακόμη κι όταν όλα έδειχναν χαμένα.
Η 25η Μαρτίου δεν είναι μια ήσυχη ημερομηνία. Ετησίως επιστρέφει σαν ανάσα βαριά, σαν κάτι που επιμένει να μας θυμίζει ότι η ελευθερία δεν ήταν ποτέ αυτονόητη.
Κι αν η μέρα αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, φέτος αποκτά ένα επιπλέον, βαθύτερο βάρος, αφού συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, από εκείνη τη νύχτα που η ιστορία ποτίστηκε με το αίμα των αθώων.
Έτσι, η μνήμη γίνεται πιο πυκνή, σχεδόν απτή και αναδεικνύει πόσο η ανθρώπινη αντοχή ξεπερνάει τα όριά της.
Μέσα σε αυτό το φορτισμένο τοπίο, έρχεται το νέο βιβλίο του Κυριάκου Αθανασιάδης, «Η πιο όμορφη λέξη στον κόσμο» (ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ), που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους για να μιλήσει, όχι μόνο για την Ιστορία, αλλά για τον τρόπο που αυτή μπορεί να ειπωθεί ξανά, απλά, ανθρώπινα, χωρίς στόμφο.
Άλλωστε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, «δεν πιστεύω στις μεγάλες λέξεις, στις δύσκολες λέξεις… Αν ήταν δυνατόν να γράφαμε με εκατό λέξεις όλες κι όλες, θα ήμουν ευτυχής». Κι όμως, μέσα από αυτές τις, υποτίθεται, λίγες λέξεις, γεννιούνται ιστορίες που αντέχουν και αυτό το βαθύτερο, το υπερασπίζεται ο συγγραφέας με τη λιτότητά του: «πιστεύω πολύ στις ιστορίες», λέει. Γιατί τελικά, ακόμη κι αν οι λέξεις είναι λίγες, αυτό που μένει είναι ο τρόπος που ενώνονται.
Μια απόφαση σχεδόν αδιανόητη
Η ιστορία του βιβλίου ξετυλίγεται στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, εκεί όπου η έννοια της επιλογής αποκτά σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις. Το Μεσολόγγι στο μυθιστόρημα του Αθανασιάδη δεν είναι μια σκηνή ηρωισμού όπως τη μάθαμε, αλλά ένας τόπος όπου οι άνθρωποι έφτασαν σε μια απόφαση σχεδόν αδιανόητη. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της αφήγησής του, δηλαδή στην προσπάθεια να πλησιάσει το ακατανόητο χωρίς να το απλοποιήσει.
Τι οδηγεί έναν άνθρωπο να βαδίσει προς το άγνωστο γνωρίζοντας τον κίνδυνο; Ο Κυριάκος Αθανασιάδης δεν επιχειρεί να δώσει εύκολες απαντήσεις. «Ειλικρινά, δεν μπορώ να ξέρω», ομολογεί. Και συνεχίζει, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές του εικόνες: «Κάποιοι σκεφτόμαστε με τρόμο την ένεση στον οδοντίατρο… Εκείνοι ήξεραν πως σε λίγες μέρες θα περνούσαν μέσα από το στρατόπεδο του πάνοπλου εχθρού».
Τι είναι τελικά εκείνο που ώθησε τους πολιορκημένους στην Έξοδο; Ένστικτο επιβίωσης ή κάτι πιο βαθύ; Ο συγγραφέας επιμένει να μην διεκδικεί απαντήσεις και αυτή η ειλικρίνεια γίνεται η πιο ισχυρή του θέση, μια υπενθύμιση πως η Ιστορία δεν είναι μόνο γεγονότα, αλλά και σκοτεινά, άγνωστα κίνητρα που δεν χωρούν σε βεβαιότητες.
Ίσως αυτή η αποφυγή της εξιδανίκευσης να είναι και το πιο σύγχρονο στοιχείο του βιβλίου. Γιατί το Μεσολόγγι εδώ δεν είναι σύμβολο, αλλά τόπος ανθρώπων. Ανθρώπων που φοβήθηκαν, δίστασαν, αλλά προχώρησαν. Και αυτό το «προχώρησαν» είναι που γίνεται τελικά αφήγηση.
«Μου αρέσει η ιδέα της παγκόσμιας Ομοσπονδίας»
Την ίδια στιγμή, το βιβλίο συνομιλεί σιωπηρά με το σήμερα. Σε μια εποχή όπου η έννοια της ταυτότητας επανέρχεται συχνά στο προσκήνιο, ο Κυριάκος Αθανασιάδης επιλέγει μια απρόσμενη οπτική: «Δεν πιστεύω με όλη μου την καρδιά στα έθνη… μού αρέσει η ιδέα μιας παγκόσμιας Ομοσπονδίας». Κι όμως, δεν αρνείται το βάρος της ελληνικής ιστορίας, ενώ αντίθετα, το αναγνωρίζει ως κάτι που «ούτε μάς ανήκει, ούτε μπορούμε να το διαχειριστούμε».
Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο του δεν επιχειρεί να διδάξει, αλλά να αφηγηθεί. Να δώσει χώρο στην παιδική, και όχι μόνο, ματιά να αναμετρηθεί με το παρελθόν χωρίς διδακτισμό. Με εικόνες που ο ίδιος περιγράφει σχεδόν αισθητηριακά: «κόκκινο για το αίμα και το πάθος, μαύρο από το μελάνι του τυπογραφείου, μεταλλικές κλαγγές από τις σπάθες».
Κι αν κάποιος περιμένει από έναν βραβευμένο συγγραφέα να μιλήσει για «έμπνευση», θα βρεθεί μπροστά σε μια απομυθοποίηση: «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα: έμπνευση… Το γράψιμο είναι χειρωνακτική δουλειά». Λέξεις που χτίζονται όπως οι τοίχοι μιας πολιορκημένης πόλης. Με κόπο, επιμονή και μικρές, σχεδόν αόρατες προσθήκες.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και «η πιο όμορφη λέξη στον κόσμο» που υπαινίσσεται το βιβλίο: όχι κάτι εντυπωσιακό ή σπάνιο, αλλά κάτι που αντέχει. Εκείνο που λέγεται την κατάλληλη στιγμή ή δεν λέγεται ποτέ, όπως το μικρό βραχιολάκι που ο συγγραφέας «ξέχασε» να βάλει στην ιστορία του και έμεινε μόνο ως μια αδιόρατη σκέψη πίσω από τις σελίδες.
Να διαβάζουμε την ιστορία σαν να είναι ακόμα ζωντανή
Κάπως έτσι, ανάμεσα στην εθνική μνήμη της 25ης Μαρτίου και τη βαριά σκιά της Εξόδου του Μεσολογγίου, το βιβλίο του Κυριάκου Αθανασιάδη δεν προσφέρει απαντήσεις. Προσφέρει κάτι πιο σπάνιο: έναν τρόπο να θυμόμαστε χωρίς να απλοποιούμε και να διαβάζουμε την Ιστορία σαν να είναι ακόμη ζωντανή.
Ο ίδιος ο Αθανασιάδης δεν απορρίπτει το παρελθόν. Αντίθετα, το βλέπει ως ένα βάρος που μας συνοδεύει: «κουβαλάμε μια βαριά ιστορία που ούτε μάς ανήκει, ούτε μπορούμε να τη διαχειριστούμε». Είναι μια παραδοχή σχεδόν ταπεινή σαν να αναγνωρίζει ότι η Ιστορία είναι μεγαλύτερη από εκείνους που την κληρονόμησαν.
Ίσως αυτή η «χειρωνακτικότητα» να εξηγεί και τη σχέση του με τα ίδια του τα έργα. Καμία ωραιοποίηση, καμία αυτάρκεια: «Όλα τα βιβλία έχουν λάθη, παραλείψεις… Δεν υπάρχει πιο άσχημο πράγμα από το να διαβάζει ένας συγγραφέας το βιβλίο του».
Κι ίσως τελικά αυτή η παραδοχή του να λέει περισσότερα από όσα θα έλεγε μια ακόμη λέξη.