Στην άκρη ενός λόφου, εκεί όπου το χώμα μοιάζει σιωπηλό αλλά ποτέ άδειο, η σκαπάνη δεν αποκαλύπτει απλώς πέτρες και αντικείμενα· αποκαλύπτει ζωές. Ο Δημήτρης Δαμάσκος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών και ανασκαφέας στην Ακρόπολη της Αμφίπολης (μαζί με την Προϊσταμένη ΕΦΑ Σερρών Δημητρία Μαλαμίδου), μιλά για την αρχαιολογία όχι ως επάγγελμα, αλλά ως βαθιά υπαρξιακή εμπειρία.
Με αφορμή την ετήσια 38η Επιστημονική Συνάντηση για το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη, μια δράση που πραγματοποιείται από το ΑΠΘ και το ΥΠΠΟ στις 5 και 6 Μαρτίου στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων του ΑΠΘ, ο αρχαιολόγος μάς μιλά ευρύτερα για την επιστήμη της αρχαιολογίας, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται μια ανασκαφή, τις παραμέτρους της...
Για εκείνον, κάθε ανασκαφή ξεκινά με ένα ερώτημα. Ίσως και με πολλά.
«Ο αρχαιολόγος που έρχεται σε έναν χώρο γνωστό ή όχι τόσο γνωστό και θέλει να διερευνήσει ανασκαφικά ένα τμήμα του χώρου αυτού ορίζει τους στόχους του. Δηλαδή γιατί σκάβει, γιατί θέλει να σκάψει, τι θέλει να ερευνήσει, τι θέλει να φέρει στο φως», τονίζει μιλώντας στο emakedonia.
Η ανασκαφή δεν είναι ποτέ μια τυχαία πράξη. Είναι μια στοχευμένη διαδικασία, με σαφή ερευνητικό προσανατολισμό. Κι όταν πρόκειται για συστηματικές ανασκαφές, το έργο αποκτά συλλογική διάσταση.
«Οι συστηματικές ανασκαφές, αυτές δηλαδή που γίνονται κάθε χρόνο σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο για ένα χρονικό διάστημα συγκεκριμένο, γίνονται το καλοκαίρι. Είναι ανασκαφές οι οποίες απασχολούν εργατικό δυναμικό, αρχαιολόγους, φοιτητές αρχαιολογίας, συντηρητές, αρχιτέκτονες, είτε πτυχιούχους είτε φοιτητές αντίστοιχων σχολών».
Η εικόνα που περιγράφει είναι σχεδόν κινηματογραφική: ένα πολύχρωμο επιστημονικό εργοτάξιο όπου ειδικότητες συναντιούνται και συνεργάζονται.
«Απαιτείται συνεργασία περισσοτέρων ειδικοτήτων όχι μόνο των αρχαιολόγων, διότι εξαρτάται από τα ευρήματα τα οποία περιμένει κανείς να βγάλει στην επιφάνεια. Για παράδειγμα, μια κλασική ανασκαφή σε ένα νεκροταφείο θα φέρει τάφους στο φως, οπότε θα πρέπει να ζητηθεί η συνδρομή ενός οστεοαρχαιολόγου. Μια προϊστορική ανασκαφή που ασχολείται πάρα πολύ με τα υλικά, τα μέταλλα, χρειάζεται αντίστοιχους επιστήμονες θετικών επιστημών».
Καμία ανασκαφή δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Κάθε χώρος έχει τη δική του διάρκεια, τη δική του αντοχή στον χρόνο.
«Σε κάθε περίπτωση οι ανασκαφές ερευνούν έναν χώρο ο οποίος μπορεί να ανασκάπτεται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουμε χώρους αρχαιολογικούς γνωστούς και άγνωστους οι οποίοι για να ανασκαφούν πλήρως χρειάζονται πάρα πολλές ζωές αρχαιολόγων».
Εδώ, η επιστήμη αγγίζει τη φιλοσοφία.
«Κάνοντας ανασκαφή αντιλαμβάνεται κανείς το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι κάτι το οποίο μας προσγειώνει, ακριβώς επειδή αντιλαμβανόμαστε ότι ο δικός μας ρόλος σε μια ανασκαφή σε έναν αρχαιολογικό χώρο είναι πολύ μικρός σε σχέση με τις ζωές όλων αυτών των ανθρώπων που πέρασαν από αυτόν εδώ τον χώρο».
Οι διάσημοι και οι άσημοι. Οι ισχυροί και οι καθημερινοί πολίτες. Όλοι αφήνουν ίχνη. Και αυτά τα ίχνη δεν ανήκουν πάντα στην ίδια εποχή.
«Μια ανασκαφή μπορεί να φέρει στο φως έργα, αντικείμενα από διάφορες χρονικές περιόδους που δεν ταυτίζονται πολιτισμικά μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένας χώρος μπορεί να ερευνά αυτό που λέμε ελληνική αρχαιότητα, παραδίπλα να έχουμε οθωμανικά ή φράγγικα μνημεία. Όλα αυτά συγκροτούν ένα πολύ έντονο πλέγμα πολιτιστικών φάσεων, οικοδομικών φάσεων που όλα μαζί φτιάχνουν αυτό που λέμε το παρελθόν των ανθρώπων στον πλανήτη στον οποίο ζούμε».
Κι έπειτα, υπάρχει η μαγεία...
Όχι αυτή των μνημειακών αποκαλύψεων που γίνονται πρωτοσέλιδα. Αλλά εκείνη που γεννιέται τη στιγμή της ανακάλυψης.
«Η μαγεία της ανασκαφής είναι το απρόβλεπτο. Είναι αυτό που δεν περιμένεις, αυτό που επίσης έχεις μπροστά σου και πρέπει να το αντιμετωπίσεις ανασκαφικά, ερευνητικά. Να πεις: αυτό που βρήκα τώρα τι είναι; γιατί είναι εδώ; τι θέλει; ποια ήταν η θέση του; και τι μπορώ εγώ να μάθω από αυτό;».
Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, η αρχαιολογία επιμένει στη βραδύτητα. Στην υπομονή. Στη σκέψη πριν από το συμπέρασμα.
Και ίσως τελικά, όπως υπαινίσσεται ο Δημήτρης Δαμάσκος, το σημαντικότερο εύρημα μιας ανασκαφής να μην είναι το αντικείμενο που έρχεται στο φως, αλλά η επίγνωση που γεννιέται μέσα μας: ότι είμαστε ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα αιώνων, μικροί μπροστά στον χρόνο, αλλά ουσιαστικοί στη διαρκή προσπάθεια να τον κατανοήσουμε.
Η 38η Αρχαιολογική Συνάντηση θα περιλάβει 57 ανακοινώσεις και 11 παρουσιάσεις και πόστερ. Μεταξύ αυτών και την ανακοίνωση «Ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης» από τους Δ. Δαμάσκο, Δ. Μαλαμίδου, Ε. Ελευθεράκη, Β. Παπαϊωάννου (Πέμπτη 5/3 στις 12:45-13:00).
Περισσότερα για την ανακοίνωση στη Μακεδονία της Κυριακής 1 Μαρτίου.