Γράφει ο Χάρης Μαμουλάκης
Τομεάρχης Οικονομικών και Ανάπτυξης, βουλευτής Ηρακλείου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Η ακρίβεια, ως αποτέλεσμα της αισχροκέρδειας, έχει καταστεί μέρος της καθημερινότητας για τα ελληνικά νοικοκυριά, πλήττοντας καταναλωτές, εργαζόμενους και τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχο πρόβλημα για την πλειονότητα των πολιτών που βιώνουν καθημερινά τα αποτελέσματα της πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Όλοι πλέον έχουν αντιληφθεί ότι δεν πρόκειται για συγκυριακό ή εισαγόμενο φαινόμενο -όπως προσπαθούν ακόμα και σήμερα κάποιοι να πείσουν- αλλά για την απόρροια συνειδητών επιλογών ή παραλήψεων που εντείνουν τις ανισότητες, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα και αφήνουν απροστάτευτους τους πολίτες απέναντι στις ορέξεις των καρτέλ που κυριαρχούν σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής αγοράς.
Στην Ελλάδα (και) του 2026, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι και οι νέοι, συνεχίζουν να βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται από τα μέσα κάθε μήνα. Να παρακολουθούν το κόστος ζωής να αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο και βασικά αγαθά να μετατρέπονται σε είδη πολυτελείας. Να διαπιστώνουν ότι οι ανισότητες ολοένα και αυξάνονται την ίδια ακριβώς στιγμή που τα τελευταία προπύργια του κοινωνικού κράτους καταρρέουν.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν πολιτικές διαπιστώσεις. Είναι στοιχεία αλλεπάλληλων στατιστικών εκθέσεων εθνικών και Ευρωπαϊκών φορέων που δείχνουν ότι ο μέσος δείκτης τιμών καταναλωτή κρύβει μεγάλες ανισότητες στις επιμέρους κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών. Που καταγράφουν τις τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών οι οποίες συνεχίζουν να αυξάνονται πολύ πιο γρήγορα από τα εισοδήματα των πολιτών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει να παρακολουθεί με απάθεια και να «προσπαθεί» με αποσπασματικά μέτρα, ως επί το πλείστον επικοινωνιακού χαρακτήρα, να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα. Χωρίς φυσικά να το πετυχαίνει. Χωρίς να τολμά να αγγίξει την καρδιά του προβλήματος. Χωρίς ελέγχους, χωρίς να ενισχύει την εδραίωση αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών με καθοριστικό αντίκτυπο στην άνοδο των τιμών σε κλάδους όπως των τροφίμων, της ενέργειας, των τραπεζών, της υγείας, των επικοινωνιών.
Όταν όμως το πορτοφόλι έχει αδειάσει, όταν οι απλήρωτοι λογαριασμοί σωρεύονται, όταν η ακρίβεια χτυπά ολοένα και περισσότερο τους πολλούς και οι συνθήκες ευνοούν μόνο όσους έχουν τη δύναμη να μετακυλούν το κόστος και να καταγράφουν υπερκέρδη, τότε μιλάμε ξεκάθαρα για αποτυχία πολιτικής και μάλιστα με δόλο.
Η ακρίβεια δεν είναι ουδέτερη. Ποτέ δεν ήταν. Έχει ταξικό πρόσημο, συγκεκριμένους τρόπους να αντιμετωπιστεί και απαιτεί μια πολιτική λύση που δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνοκρατικές αναλύσεις.
Η ακρίβεια δεν είναι όμως και μόνο θέμα αριθμών. Είναι ταυτόχρονα και ζήτημα δικαιοσύνης, αφού αγγίζει δυσανάλογα τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Αυτές δηλαδή που δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τρόφιμα, στέγαση και ενέργεια, σε αντίθεση με εκείνους που μπορούν να μετακυλήσουν το κόστος ή να εξασφαλίσουν εισοδήματα από κεφάλαια.
Από την πλευρά μας έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες, ρεαλιστικές και κοστολογημένες προτάσεις για την αντιμετώπισή της. Προτάσεις που περιλαμβάνουν την ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματος, με αύξηση του κατώτατου μισθού, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, στήριξη των συντάξεων, μείωση των έμμεσων φόρων σε βασικά αγαθά και αποφασιστικές παρεμβάσεις δημοσίου ελέγχου και ρύθμισης σε επί μέρους αγορές, όπως για παράδειγμα η αγορά ενέργειας, ώστε να μπει ένα τέλος στο φαινόμενο της ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας.
Ταυτόχρονα, απαιτείται η χάραξη μίας διαφορετικής αναπτυξιακής στρατηγικής. Μίας στρατηγικής βασισμένη στην στήριξη της παραγωγής, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης. Μίας στρατηγικής που δεν θα αναπαράγει το μοντέλο συγκέντρωσης πλούτου και ισχύος σε λίγους, αλλά θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις της υγειούς ανάπτυξης για όλους.
Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας που έχει εδραιωθεί στην χώρα μας, είναι ξεκάθαρα ζήτημα πολιτικής βούλησης. Δεν είναι ένα «φυσικό φαινόμενο» που απλά περιμένουμε να περάσει. Η αντιμετώπισή της απαιτεί σαφές σχέδιο με κοινωνική ευαισθησία, το οποίο θα είναι ο οδηγός σε συνθήκες πραγματικής οικονομικής προοπτικής με όρους βιωσιμότητας, αλλά και η «ομπρέλα προστασίας» στους ασθενέστερους.
Έτσι θα οδηγηθούμε σε μία κοινωνία που δεν θα κυριαρχεί το άκρως αντιφατικό: Να προβάλλονται υπερπλεομάσματα όταν η πλειοψηφία των πολιτών ζει ελλειμματικά.