Η αγιότητα ως δώρο Θεού

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων αποτελεί μία πανηγυρική μαρτυρία της νίκης της θείας χάριτος μέσα στην ιστορία. Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα (Εβρ. 11:33-40, 12:1-2) παρουσιάζει τη μεγάλη χορεία των δικαίων και των μαρτύρων, οι οποίοι «δια πίστεως» αγωνίσθηκαν και υπέμειναν θλίψεις, διωγμούς και κακουχίες, παραμένοντας πιστοί στον Θεό. Όλοι αυτοί συνθέτουν το «νέφος μαρτύρων» που περιβάλλει την Εκκλησία και καλεί κάθε πιστό να πορευθεί στον ίδιο δρόμο της σωτηρίας.

Η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα ούτε προνόμιο ορισμένων εκλεκτών. Είναι πρωτίστως δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, καρπός της θείας χάριτος και της ελεύθερης συνεργασίας του ανθρώπου μαζί της. Ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι ο Θεός «μας εξέλεξε πριν από τη δημιουργία του κόσμου, ώστε να είμαστε άγιοι και άμωμοι ενώπιόν Του εν αγάπη» (Εφεσ. 1:4).

Ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου είναι η πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή προς την ολοένα βαθύτερη κοινωνία με τον Θεό. Ο απόστολος Πέτρος υπενθυμίζει ότι οι πιστοί καλούνται να γίνουν «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1:4), δηλαδή «μέτοχοι της θείας ζωής». Η αγιότητα εκφράζει ακριβώς αυτή τη μετοχή στη θεία ζωή, χωρίς να καταργείται η ανθρώπινη φύση.

Ο ίδιος ο Κύριος θέτει το μέτρο αυτής της κλήσεως λέγοντας: «Να γίνεστε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος» (Α’ Πέτρ. 1:16). Η αγιότητα, επομένως, δεν συνιστά ηθική τελειότητα, αλλά μετοχή στην ίδια την αγιότητα του Θεού.

Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας συνοψίζει το μυστήριο της σωτηρίας στον περίφημο λόγο του: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να θεοποιηθούμε εμείς» (PG 25, 192B). Θεοποίηση δεν σημαίνει εξομοίωση με την ουσία του Θεού, αλλά ένωση με τη χάρη Του και πλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης από το άκτιστο φως Του.

Παρόμοια, ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως «ζώον θεούμενον» (PG 31:205B), δηλαδή ως «ον που έχει προορισμό τη θέωση». Η αγιότητα είναι η πραγμάτωση αυτής της κλήσεως μέσα στην Εκκλησία, η οποία αποτελεί το «εργαστήριο της αγιότητας». Ο άνθρωπος, δηλαδή, δεν αγιάζεται μόνος του ούτε σώζεται ως απομονωμένη ύπαρξη, αλλά ως μέλος του Σώματος του Χριστού. Η αγιότητα είναι εκκλησιαστικό και κοινοτικό γεγονός, που τρέφεται από τη συμμετοχή στη θεία Ευχαριστία, την κοινή προσευχή και τη ζωή της αγάπης.

Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Η Εκκλησία δεν είναι οι τοίχοι και η στέγη, αλλά η πίστη και η ζωή» (PG 52:429. Μέσα στην κοινωνία των πιστών φανερώνεται η ενότητα της Χάριτος και γεννώνται οι Άγιοι ως καρποί του Αγίου Πνεύματος, προς οικοδομή ολόκληρου του σώματος του Χριστού.

Οι Άγιοι Πάντες αποτελούν ζωντανή απόδειξη ότι το Ευαγγέλιο μπορεί να γίνει βίωμα. Άλλοι μαρτύρησαν με το αίμα τους, άλλοι με την άσκηση, άλλοι με την αγάπη και τη διακονία. Όλοι, όμως, είχαν το βλέμμα στραμμένο στον «της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ. 12:2).

Η Εκκλησία τους τιμά όχι μόνο θέλοντας να διαφυλάξει τη μνήμη τους, αλλά και για να υπενθυμίζει ότι η αγιότητα παραμένει η καθολική κλήση κάθε βαπτισμένου ανθρώπου, ο δρόμος προς το «καθ’ ομοίωσιν» και η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού μέσα στον κόσμο.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 07.06.2026

ESPA