Γιατί το... κούνημα των ποδιών στον ύπνο αποτελεί μια «αθέατη» νόσο γνωστή και ως το «Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών»

Τα συμπτώματα εμφανίζονται ή επιδεινώνονται όταν το άτομο βρίσκεται σε ηρεμία

- Newsroom

Το «Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών» ή Restless Legs Syndrome - γνωστό και ως νόσος Willis-Ekbom - είναι μία νευρολογικής φύσεως αισθητικοκινητική διαταραχή, η οποία επηρεάζει κυρίως τα κάτω άκρα και εμφανίζεται συχνότερα τις βραδινές και νυχτερινές ώρες.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής του ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Γιώργος Σακκάς, το βασικό χαρακτηριστικό του συνδρόμου είναι η έντονη, σχεδόν ακαταμάχητη ανάγκη του ατόμου να κινήσει τα πόδια του, συνήθως εξαιτίας μιας δυσάρεστης αίσθησης που περιγράφεται από τους ασθενείς ως «τράβηγμα», «μυρμήγκιασμα», «κάψιμο», «ηλεκτρισμός» ή ακόμη και ως μια βαθιά «φαγούρα» που δεν ανακουφίζεται παρά μόνο με την κίνηση.

Τα συμπτώματα εμφανίζονται ή επιδεινώνονται όταν το άτομο βρίσκεται σε ηρεμία: όταν κάθεται στον καναπέ, ταξιδεύει με αυτοκίνητο ή αεροπλάνο, παρακολουθεί τηλεόραση ή προσπαθεί να κοιμηθεί. Αντίθετα, το περπάτημα, το τέντωμα, το τρίψιμο ή η ήπια κίνηση των ποδιών προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση. Επειδή τα συμπτώματα είναι εντονότερα το βράδυ, πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται να αποκοιμηθούν, ξυπνούν συχνά μέσα στη νύχτα και την επόμενη ημέρα εμφανίζουν κόπωση, μειωμένη συγκέντρωση και υπνηλία.

Σύμφωνα με τα νεότερα διεθνή δεδομένα, συμπτώματα που παραπέμπουν στο σύνδρομο μπορεί να εμφανίζει σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, ενώ η κλινικά σημαντική μορφή - δηλαδή εκείνη που προκαλεί συχνή και ουσιαστική ενόχληση - αφορά περίπου το 2-3% των ενηλίκων. Σε πρόσφατη ανασκόπηση του JAMA αναφέρεται, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι περίπου 8% των ενηλίκων στις ΗΠΑ εμφανίζουν συμπτώματα οποιασδήποτε συχνότητας μέσα στο έτος, ενώ περίπου 3% έχουν μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

Το σύνδρομο μπορεί να είναι ιδιοπαθές, δηλαδή να εμφανίζεται χωρίς σαφή υποκείμενη αιτία και συχνά με οικογενειακή προδιάθεση, ή δευτεροπαθές, όταν συνδέεται με άλλες καταστάσεις. Συχνότερα παρατηρείται σε άτομα με χαμηλά αποθέματα σιδήρου ή σιδηροπενική αναιμία, σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και ιδιαίτερα σε αιμοκαθαιρόμενους, σε άτομα με περιφερική νευροπάθεια, καθώς και κατά την εγκυμοσύνη, κυρίως στο τρίτο τρίμηνο.

«Η σωστή διάγνωση είναι καθοριστική», τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Σακκάς. «Το σύνδρομο συχνά συγχέεται με κράμπες, άγχος, κυκλοφορικά προβλήματα ή απλή αϋπνία. Ωστόσο, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: χειροτερεύει στην ακινησία, βελτιώνεται με την κίνηση και εμφανίζεται κυρίως το βράδυ ή τη νύχτα».

Η διάγνωση είναι κυρίως κλινική, δηλαδή βασίζεται στο ιστορικό και στην περιγραφή των συμπτωμάτων. Οι νεότερες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο του σιδήρου, με εξετάσεις όπως η φερριτίνη και ο κορεσμός τρανσφερρίνης, καθώς χαμηλά αποθέματα σιδήρου μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα. Παράλληλα, πρέπει να αξιολογούνται φάρμακα που ενδέχεται να επιβαρύνουν το σύνδρομο, όπως ορισμένα αντικαταθλιπτικά, αντιισταμινικά και φάρμακα που μπλοκάρουν τη ντοπαμίνη.

Ο Γιώργος Σακκάς
Ο Γιώργος Σακκάς

Στο ερώτημα αν υπάρχει θεραπεία, ο κ. Σακκάς επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει μία οριστική θεραπεία που να εξαφανίζει το σύνδρομο σε όλους τους ασθενείς, υπάρχουν όμως αποτελεσματικοί τρόποι ελέγχου των συμπτωμάτων και βελτίωσης της ποιότητας ζωής». Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει τη διόρθωση πιθανής έλλειψης σιδήρου, τη ρύθμιση συνοδών νοσημάτων, την προσαρμογή φαρμάκων που μπορεί να επιδεινώνουν τα συμπτώματα, καθώς και εξατομικευμένη φαρμακευτική αγωγή όταν αυτή χρειάζεται.

Ένα σημαντικό νεότερο δεδομένο είναι ότι οι ντοπαμινεργικοί αγωνιστές, όπως η ροπινιρόλη και η πραμιπεξόλη, που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν ευρέως ως θεραπεία πρώτης γραμμής, πλέον δεν προτείνονται με την ίδια ευκολία για μακροχρόνια χρήση. Ο λόγος είναι ο κίνδυνος της λεγόμενης «επιδείνωσης λόγω αγωγής» ή augmentation, κατά την οποία τα συμπτώματα εμφανίζονται νωρίτερα μέσα στην ημέρα, γίνονται εντονότερα ή επεκτείνονται και σε άλλα σημεία του σώματος. Οι σύγχρονες οδηγίες δίνουν μεγαλύτερο βάρος στον έλεγχο του σιδήρου και, όταν χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή, σε άλλες θεραπευτικές κατηγορίες, όπως τα γκαμπαπεντινοειδή, πάντα με ιατρική παρακολούθηση.

Ιδιαίτερη θέση στη διαχείριση του συνδρόμου έχει η συστηματική άσκηση. Η ερευνητική ομάδα του κ. Σακκά έχει μελετήσει την επίδραση της οργανωμένης άσκησης σε ασθενείς με ουραιμικό Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών, δηλαδή σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ένα πρόγραμμα αερόβιας άσκησης διάρκειας έξι μηνών μπορεί να μειώσει σημαντικά τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, να βελτιώσει τη λειτουργική ικανότητα και να συμβάλει στη συνολική ευρωστία των ασθενών.

Σε μελέτη της ερευνητικής ομάδας, η συστηματική άσκηση μείωσε τα συμπτώματα κατά 46%, ενώ η φαρμακευτική αγωγή με χαμηλή δόση ντοπαμινεργικού αγωνιστή κατά 54%. Παράλληλα, η άσκηση είχε πρόσθετα οφέλη στη φυσική κατάσταση, στη μυϊκή μάζα και στη σωματική απόδοση των ασθενών. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι η άσκηση δεν αποτελεί απλώς μια γενική σύσταση υγείας, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστική μη φαρμακευτική παρέμβαση, ιδίως όταν εφαρμόζεται με επιστημονική καθοδήγηση.

«Η άσκηση πρέπει να είναι συστηματική, εξατομικευμένη και ασφαλής», σημειώνει ο κ. Σακκάς. «Δεν μιλάμε για εξαντλητική άσκηση αργά το βράδυ, αλλά για οργανωμένη φυσική δραστηριότητα που ταιριάζει στην ηλικία, τη φυσική κατάσταση και τα συνοδά προβλήματα υγείας κάθε ασθενούς».

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι ασθενείς δεν πρέπει να αποδίδουν τα συμπτώματα απλώς στο άγχος, στην ηλικία ή στην κούραση. Όταν η ανάγκη για κίνηση των ποδιών επαναλαμβάνεται, εμφανίζεται κυρίως σε κατάσταση ηρεμίας και διαταράσσει τον ύπνο, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή αντιμετώπιση μπορούν να περιορίσουν την ταλαιπωρία, να βελτιώσουν τον ύπνο και να αναβαθμίσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των ασθενών.

Loader
ESPA