20 06

Είναι 30 Ιουνίου του 2006, στη μετά από το 2000 πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο. Της ενωμένης Γερμανίας, όχι Δυτικής και Ανατολικής, όπως ήταν κάποτε. Είναι μέρες του πρώτου παγκόσμιου κυπέλλου, το οποίο διεξάγεται σε αυτήν την ενωμένη Γερμανία. Σήμερα, κοντά είκοσι χρόνια μετά, πολλοί δεν θα γνωρίζουν τι σήμαινε αυτός ο διχασμός ενός ολόκληρου κράτους, όπως τον υπέστη με το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ωστόσο, τότε το καλοκαίρι του 2006, η Γερμανία κουβαλούσε νωπές τις μνήμες της διαίρεσης, για να μην πούμε και του πολέμου που την επέβαλε. Η πρωτεύουσα, το Βερολίνο, ήθελε να αποδείξει δύο πράγματα. Πρώτον ότι θα μπορούσε να υποδεχτεί τον ποδοσφαιρικό πλανήτη ως ενιαία και δεύτερον με ένα μήνυμα ειρήνης, αφού τα πολεμικά κατάλοιπα προσπαθούσαν να διαγραφούν από εγχώριες και ξένες μνήμες. Εκείνη την ημέρα, είχαν έρθει έτσι τα πράγματα (όχι πολύ τυχαία) που η Γερμανία, μία ποδοσφαιρική υπερδύναμη και πρώτο φαβορί, ως διοργανώτρια και άψογη οικοδέσποινα, θα αντιμετώπιζε στα προημιτελικά την Αργεντινή. Άλλη μία υπερδύναμη, η οποία ακόμη γκρινιάζει για την αδικία την οποία υπέστη στον τελικό με τη Γερμανία, το 1990, στη Ρώμη. Έστω, λόγω του ανεπιθύμητου από τη διεθνή ομοσπονδία Ντιέγκο Μαραντόνα. Ήθελε την εκδίκησή της.

Το σημαντικότερο ήταν ο τόπος ο οποίος θα υποδεχόταν τον προημιτελικό. Το ολυμπιακό στάδιο του Βερολίνου. Αυτό που είχε φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Αυτούς που περήφανοι για το κατασκεύασμά τους, το εντυπωσιακό στάδιο, θα έκαναν τον Αδόλφο Χίτλερ να γυρίσει την πλάτη του στον αγωνιστικό χώρο, όπου θριάμβευε ο έγχρωμος Τζέσι Όουενς. Αυτό που εντυπωσίαζε εκείνες τις ημέρες του ανακαινισμένου ολυμπιακού σταδίου, είναι πως η σύγχρονη καθ’ όλα αρχιτεκτονική δημιουργία τηρούσε τα ιστορικά του δεδομένα, απ’ όλες τις απόψεις. Στο εσωτερικό του αγωνιστικού χώρου, όλα ήταν φρέσκα και σύγχρονα.