Εκείνος ζει η… αισθητική απέθανε…! Του Αλέξη Δερμεντζόγλου

«Αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν…» (ΜΑΟ)

Αλέξης Δερμεντζόγλου
Γράφει Αλέξης Δερμεντζόγλου Κριτικός κινηματογράφου

Γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη αντίφαση στα σχόλια για τον «Καποδίστρια»; Κλάματα χαράς και εθνικής υπερηφάνειας, κατάρες και κάθε λογής διασυρμοί. Ένα κινηματογραφικό ντέρμπι αιωνίων και τα εισιτήρια να καλπάζουν. Οι θεατές πηγαίνουν οικογενειακά, συζητάνε, χειροκροτούν, χαίρονται. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Στη μέση, όχι αυτό είναι μία άχαρη μοιρασιά. Και πώς πρέπει να διαχειριστεί κανείς το φιλμ του κυρίου Γιάννη Σμαραγδή όταν γράφει σε μία ιστορική εφημερίδα με πολλούς αναγνώστες με διαφορετικές απόψεις και κατ’ επέκταση πολλούς σινεφίλ. Η ισορροπία δεν υπήρξε ποτέ αρετή. Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι καταγγελίες του σκηνοθέτη (τον οποίο γνωρίζω καλά) ότι πολλοί δεν ήθελαν με τίποτα να γυριστεί το φιλμ, ότι τον απειλούσαν για τη ζωή του. Το κοινό αγαπάει τις θεωρίες συνωμοσίας, βρίσκει τροφή στην ανία του.

Με τη σειρά λοιπόν: «Ο Καποδίστριας» είναι μία επική βιογραφία, αυτό που σωστά οι Αμερικανοί αποκαλούν biopic (από τον βίο και έπος). Έχουμε δει αμέτρητα τέτοια φιλμ. Απλά αναφέρομαι στα «Γκάντι», «Οι κόκκινοι», «Ο Λόρενς της Αραβίας», «Νίξον», για να θυμίσω τα πιο γνωστά.

Δεν είναι λοιπόν αστείο το να ασχολείσαι με την επίσημη Ιστορία. Έτσι, λοιπόν, στον «Καποδίστρια» υπάρχουν ιστορικές αυθαιρεσίες τις οποίες ο κύριος Σμαραγδής σίγουρα χρεώνει στη δημιουργική αυθαιρεσία του καλλιτέχνη. Υπάρχει πρόβλημα στο κόστος παραγωγής, μια και η ταινία δείχνει «φτωχή» λόγω χαμηλού προϋπολογισμού.

Εκεί που ενθουσιάζεται το κοινό είναι ότι ο δημιουργός του κλείνει ξεκάθαρα το μάτι ψιθυρίζοντας «δες τις αναλογίες». Δηλαδή, τι μας έκανε τότε ο ξένος παράγοντας και τι συνέβη σχετικά πρόσφατα (φαντάζομαι τα μνημόνια). Ο ξένος παράγοντας στη χώρα μας, όμως, υπάρχει διαχρονικά, άλλοτε πιο κομψά, μερικές φορές πιο σκαιά, και έπαιξε τον μέγιστο ρόλο στον εμφύλιο.

Τώρα να πάμε στις συγκρίσεις. Πώς γύρισαν ανάλογες ταινίες οι ξένοι δημιουργοί; Αρχικά αξιοποίησαν πραγματικούς αφηγητές (π.χ. «Οι κόκκινοι» του Γουόρεν Μπίτι) ή έγκυρα αρχεία πολλών χώρων. Στη συνέχεια, ήδη αναφέρθηκα, στα κόστη παραγωγής, ιδιαίτερα μεγάλα, ενώ του «Καποδίστρια» μικρό. Υπάρχει και η κλασική ένσταση: «Είναι κακό να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων μία ελληνική ταινία, έστω και μέτρια»; Όχι, βέβαια και είναι επιθυμητό και προσδοκώμενο. Ωστόσο, το φιλμ πάσχει στην αισθητική του.

Γενικά στην Ελλάδα οι θεατές πηγαίνουν να δουν μία ταινία για την ιστορία της και άντε για έναν καλό ρόλο (τον έχει τον καλό πρωταγωνιστή ο κ. Σμαραγδής). Αν υπάρχει η ένταση, η διαδικασία ταύτισης, όλα καλά. Αν μάλιστα το φιλμ είναι ελληνικό, ακόμα καλύτερα. Όμως τα σινεμά είναι και ιστορία και γεωγραφία και παιδεία και όλα αυτά εξασφαλίζονται με μία αισθητική άποψη υψηλού επιπέδου. Το 90% των Ελλήνων θεατών έχει γραμμένη στα παλιά του παπούτσια την αισθητική. Άντε να πουν: «Τι ωραία ρούχα, τι καλά ντεκόρ» πέραν των ρόλων. Μα το σινεμά είναι λαϊκή τέχνη και είναι για όλους, θα μας αντιτάξετε. Βέβαια, αλλά για ποιο σινεμά μιλάμε; Αυτό του ντουμπλ-φας; Στη μία όψη παραλαμβάνεις την ιστορία, ταυτίζεσαι, συγκινείσαι, θυμώνεις και από την άλλη ποτίζεσαι με υπαινιγμούς, νύξεις, θέσεις που σε «θαμβώνουν». Αυτή πάντα υπήρξε η συνταγή του αμερικάνικου σινεμά. Τα ταπεινά νουάρ του, που γυρίζονταν σ’ ένα Σαββατοκύριακο, είχαν πολλά να πουν για την κοινωνία, τη ζωή, τις ουτοπίες.

Άρχισα το κείμενο αναφερόμενος σε μία μεγάλη αντίφαση, τελικά ένα μεγάλο χάσμα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της διαμάχης για τον «Καποδίστρια». Είναι η μάχη μεταξύ ενός διδακτικού θεάματος και του πώς αυτό «διατυπώνεται». Αθόρυβα, σιωπηλά ή με κραυγές και δημαγωγία.

Μπράβο για τα εισιτήρια, συγχαρητήρια στον κ. Σμαραγδή για τη δικαίωσή του, όμως απ’ αυτή τη σύγκρουση έχουμε έναν θανόντα υψηλού κύρους και περιωπής. Ο Καποδίστριας ζει τελικά αλλά η αισθητική απέθανε. Διαλέξτε και πάρτε.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 11.01.2025