Οι τόποι σβήνουν όταν εγκαταλείπονται, οι μνήμες τους όμως παραμένουν ζωντανές ακόμα και όταν σωπαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών τους και τα σχολεία τους κλείνουν. Οι άνθρωποι τους που φεύγουν, τις μνήμες αυτές τις κουβαλούν μαζί τους για πάντα όπου και αν βρεθούν και τις μεταφέρουν στους νέους τόπους που η μοίρα τους πηγαίνει. Έτσι «ταξίδεψαν» η Ίμβρος και η Τένεδος, από το βόρειο Αιγαίο ως τη Θεσσαλονίκη, σε μία γειτονιά της ανατολικής πλευράς της πόλης.
Εκεί, γύρω από έναν ανοιχτό χώρο με λίγα δέντρα, συγκεντρώθηκαν σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, εκατοντάδες ξεριζωμένες οικογένειες. Τα παιδιά έπαιζαν μπάλα και οι ενήλικες συναντιόνταν εκεί τα μεσημέρια, ανταλλάσσοντας ιστορίες για τα χωριά τους που άδειασαν και τις πατρίδες που άφησαν πίσω.
Σήμερα, 30 Ιανουαρίου, ο χώρος πρασίνου στο κέντρο της ζωντανής αυτής κοινότητας των Ιμβρίων, επί των οδών Μητροπούλου και Γαμβέτα, θα αποκτήσει επίσημα όνομα που παραπέμπει στη μνήμη. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ιμβριακής Ένωσης Μακεδονίας-Θράκης πέτυχε την μετονομασία του σε «Πάρκο Ίμβρου και Τενέδου» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, Ίμβριος και ο ίδιος στην καταγωγή, αναμένεται να το εγκαινιάσει επίσημα.
Όπως αναφέρει στη «ΜτΚ» ο πρόεδρος της Ιμβριακής Ένωσης Παύλος Σταματίδης, η περιοχή παραμένει ως σήμερα τόπος συνάντησης των Ιμβρίων που ακόμη κατοικούν εκεί από τα πρώτα χρόνια έλευσης τους. Αρχικά, τον χώρο τον είχαν ονομάσει οι ίδιοι «δεντράκια». Στη συνέχεια διαμορφώθηκε σε πάρκο, το οποίο σήμερα ανανεώνεται ριζικά με αφορμή την ονοματοδοσία του.
Το τέλος της ελληνικότητας στην Ίμβρο
Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, η Ίμβρος και η Τένεδος ήταν ζωντανά κύτταρα ελληνισμού, τόποι με ελληνική ψυχή και σχολεία γεμάτα ελληνικές παιδικές φωνές. Στην Ίμβρο, το μεγαλύτερο από τα δύο νησιά, τη δεκαετία του ’50 ζούσαν πάνω από 6.000 άνθρωποι, εκ των οποίων σε συντριπτικό ποσοστό ήταν Έλληνες και μερικές δεκάδες μόνο Τούρκοι.
«Οι παππούδες μας ήταν αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι και ψαράδες. Ζούσαν από τη γη και τη θάλασσα, σε μία κοινωνία αυτάρκη και με βαθιά κοινοτική συνείδηση. Τα χωριά ήταν ελληνικά, τα πανηγύρια, οι γιορτές, οι λειτουργίες, η καθημερινότητα ολόκληρη. Εμείς φύγαμε το ’74 και ήμουν 10 χρονών τότε» σημειώνει ο πρόεδρος.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ζωή άρχισε να αλλάζει βίαια στο νησί. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν, οι καμπάνες σώπασαν, οι περιουσίες απαλλοτριώθηκαν. Οι φόροι έγιναν δυσβάσταχτοι και τούρκικες αγροτικές φυλακές άνοιξαν στο νησί όπου κατάδικοι αφήνονταν επί τούτου ελεύθεροι, σπέρνοντας τον φόβο.
«Το πρόγραμμα διάλυσης του ελληνικού στοιχείου, το λεγόμενο ‘Eritme Programmi’, είχε μόλις ξεκινήσει» αφηγείται στη «ΜτΚ» ο επί σειρά ετών γραμματέας και αντιπρόεδρος της Ιμβριακής Ένωσης Γιώργος Κομνηνάρας. «Στο σχολείο, ενώ ήμασταν όλα τα παιδιά Έλληνες, οι δάσκαλοί μας ήταν Τούρκοι και μαθαίναμε τούρκικα. Μας χτυπούσαν αν μιλούσαμε τη γλώσσα μας. Τα ελληνικά τα μαθαίναμε κρυφά από τους λίγους δασκάλους που παρέμεναν ακόμη στο νησί. Κρύβαμε τα βιβλία κάτω από τα ρούχα μας ή σε καλάθια με φρούτα», θυμάται.
Πολλά παιδιά αναγκάστηκαν να μεταβούν για χρόνια στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσουν τη φοίτησή τους σε ελληνικά σχολεία, όπως έκανε και ο Αθανάσιος Βάντσος, ο οποίος ολοκλήρωσε την πρώτη τάξη του Δημοτικού στην Πόλη. «Τη β’ Δημοτικού την έβγαλα στην Ίμβρο. Μία πήγαινα Κωνσταντινούπολη όπου είχε ελληνικά σχολεία, για να μπορώ να μαθαίνω και τα ελληνικά, μία στην Ίμβρο για να είναι κοντά με τους δικούς μου. Όταν ήμουν 12 χρονών φύγαμε για την Ελλάδα», αναφέρει στη «ΜτΚ». Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο ελληνικός πληθυσμός της Ίμβρου και της Τενέδου είχε σχεδόν αφανιστεί. Από χιλιάδες, απέμειναν λίγες εκατοντάδες.
Η Θεσσαλονίκη ως νέο σπίτι
Η φυγή του ελληνικού στοιχείου από το νησί, αν και αθρόα, δεν έγινε μαζικά. Οικογένειες χωρίζονταν, μητέρες με παιδιά στην Ελλάδα, πατεράδες εγκλωβισμένοι στο νησί χωρίς βίζα. Γιαγιάδες και παππούδες που αρνήθηκαν να φύγουν, έμεναν πίσω ενώ πολλοί νέοι, έφευγαν κρυφά λιποτακτώντας για να μη στρατευθούν στον τουρκικό στρατό.
«Όταν φύγαμε από το νησί, η ελληνική κυβέρνηση δεν έδινε βίζα εύκολα, με σκοπό να μην φύγουν όλοι και τουρκέψει το νησί», αναφέρει ο Κωνσταντίνος Βάντσος, ο οποίος ήρθε στη Θεσσαλονίκη με τη μητέρα του και τον αδερφό του σε ηλικία εννιά ετών. «Ο πατέρας μου παρέμεινε πίσω για έναν χρόνο ώσπου πούλησε μέσα σε ένα βράδυ το κοπάδι και ήρθε εδώ για να μας δει, τάχα για μία εβδομάδα, αλλά παρέμεινε», τονίζει.
Τα πράγματα για τις οικογένειες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη μόνο εύκολα δεν ήταν, πόσω μάλλον για τα παιδιά τα οποία δέχονταν από το σχολικό τους περίγυρο προσβολές. «Με φώναζαν τουρκόσπορο και εγώ που είχα καλή σωματική διάπλαση, εννοείται, αντιδρούσα. Ώσπου μία μέρα όταν με είδε ο διευθυντής να δέρνω κάποιον, μου ζήτησε τον λόγο. Την επόμενη με σήκωσε δίπλα του στην προσευχή και είπε στα υπόλοιπα παιδιά ότι είμαι Έλληνας και Χριστιανός και διωκόμουν γι’ αυτά που πίστευα εγώ και η οικογένειά μου. Και έτσι σταμάτησαν», αφηγείται ο Γιώργος Κομνηνάρας.
Πολλοί από τους ξεριζωμένους βρήκαν τον δρόμο τους προς τη Θεσσαλονίκη, κυρίως στο Ε’ Δημοτικό Διαμέρισμα όπου συγκεντρώθηκαν περίπου 500 οικογένειες Ιμβρίων. Εκεί εγκαταστάθηκε και η οικογένεια του Γιώργου Κομνηνάρα, στην οδό Μαντινείας 4, ενώ γύρω από το πάρκο ήταν και τα σπίτια των περισσότερων, μαζί και της οικογένειας Βάντσου και Σταματίδη.
Ανάπλαση του χώρου
Με αφορμή την επίσημη ονοματοδοσία του πάρκου από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προχώρησε τις τελευταίες μέρες σε μερική ανάπλασή του, με στόχο αφενός τη διατήρηση του πράσινου χαρακτήρα του προς όφελος της πόλης και αφετέρου, τη διατήρηση της μνήμης για τους ανθρώπους που ήρθαν γύρω του κατατρεγμένοι, με σκοπό να στήσουν ξανά τις ζωές τους.
Όπως αναφέρει στη «ΜτΚ» ο αντιδήμαρχος Πρασίνου, Βασίλης Διαμαντάκης, το πάρκο αναμένεται να παραδοθεί με νέο γκαζόν και 40 νέα δέντρα, ενώ σχηματίζονται μέσα σε αυτό μονοπάτια, επιδιορθώθηκαν τα παγκάκια και η παιδική χαρά. Παράλληλα στην είσοδό του επί της οδού Δημ. Μητροπούλου, θα τοποθετηθεί πλακέτα, πιθανόν με τους χάρτες και τα ελληνικά τοπωνύμια των δύο νησιών της Ίμβρου και της Τενέδου, και μικρό εκκλησάκι με εικόνα της Παναγίας της Ιμβριώτισσας.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 25.01.2026