Υπάρχουν καλλιτέχνες που επιστρέφουν στη σκηνή. Και υπάρχουν κι εκείνοι που επιστρέφουν… στο σπίτι τους. Όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Με τα ίδια ξύλινα τραπέζια, τον ίδιο ήχο της ανάσας του κοινού πριν γελάσει, με εκείνη τη σιωπή που προηγείται της ατάκας. Για τον Διογένη Δασκάλου και τους Monie & Monie Conniente, το Καφωδείο Ελληνικό δεν είναι απλώς ένας χώρος εμφανίσεων. Είναι τόπος μνήμης. Και φέτος, από τις 24 Ιανουαρίου, γίνεται ξανά σημείο συνάντησης με πρωταγωνιστή έναν «Σκώληκα».
Ο «Σκώληξ» δεν είναι απλώς ένα καινούργιο τραγούδι. Είναι concept, performance, πολιτικό σχόλιο, αυτοσαρκασμός και παραβολή μαζί. Ένα τραγούδι που μοιάζει να γεννήθηκε από εκείνη την ακαθόριστη φαγούρα που νιώθει ο Νεοέλληνας όταν προσπαθεί, μάταια, να αποφύγει τον εαυτό του. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα social media, την τεχνητή νοημοσύνη, τα μπλόκα, τις ειδήσεις και την αέναη κατανάλωση, εμφανίζεται ο σκώληξ: αυτός που «τα πάντα καταπίνω και ύστερα απορώ».
Πίσω από τον «Σκώληκα» συναντιούνται δύο παλιοί φίλοι. Σχεδόν πενήντα χρόνια γνωριμίας, όπως θα έλεγε κι ένα τραγούδι του Λοΐζου. Ο Διογένης Δασκάλου και ο Στάθης Παχίδης δεν ανήκουν στην κατηγορία των συνεργασιών της ευκαιρίας. Είναι από εκείνες τις καλλιτεχνικές σχέσεις που περνούν δεκαετίες, σιωπές, επανασυνδέσεις, παρακάμψεις και επιστρέφουν πάντα στο ίδιο σημείο: στη βαθιά ανάγκη για ουσιαστική δημιουργία.
«Αν θα ’πρεπε να χαρακτηρίσω τον Στάθη, θα έλεγα ‘μέγας τραγουδοποιός’», λέει ο Δασκάλου με εκείνη τη σοβαρότητα που κρύβει πάντα μια χαραμάδα χιούμορ. Οι διαφορές τους; «Εγώ αγαπώ λίγο περισσότερο τα πνευστά, εκείνος τα έγχορδα». Κατά τα άλλα, όπως θα συμπληρώσει με νύξη στον Σαββόπουλο, τίποτα δεν πάει χαμένο — ούτε οι παλιές κασέτες, ούτε τα ξεχασμένα ντέμο.
Ο Παχίδης θυμάται ακόμη τον «freak νεανία εκ Σερρών σαξοφωνίστα» που του γνώρισε ο Γιώργος Ανδρέου στα ‘80s. Από τα επαρχιακά μπουζούκια μέχρι τα μεγάλα θεατρικά εγχειρήματα, από τα «Παπάκια» μέχρι τις «Θεσμοφοριάζουσες» στο Επταπύργιο, η πορεία τους μοιάζει με μακρύ περίπατο γεμάτο στάσεις, γέλια και απρόβλεπτες στροφές. «Έχει την πετριά του πλαγίου βλέμματος στη ζωή και στην τέχνη», λέει ο Παχίδης για τον Δασκάλου. «Δυσκολεύεται με τις εύκολες επιλογές. Του αρέσουν τα διπλά εκτός έδρας», συμπληρώνει.
Ο «Σκώληξ» γεννήθηκε ακριβώς έτσι: από μια μνήμη που αρνήθηκε να ξεχαστεί. Ένα τραγούδι γραμμένο το 1996, ηχογραφημένο σε ντέμο το 2003, που ξαναβγήκε στο φως σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Ο Δασκάλου το θυμόταν. Το είχε φυλάξει. Και όταν το ξανάκουσαν, διαπίστωσαν κάτι σχεδόν τρομακτικό: το τραγούδι ακουγόταν επίκαιρο. «Διαρκής τριαντάχρονη οξεία σκωληκοειδίτιδα», όπως το περιγράφει σκωπτικά ο Παχίδης. Κι έτσι μπήκαν ξανά στο στούντιο, σχεδόν χειρουργικά.
Κάι σαν τη… «Μεταμόρφωση» του Κάφκα
Για τον Δασκάλου, ο «Σκώληξ» θυμίζει τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. Όχι ως λογοτεχνική αναφορά, αλλά ως υπαρξιακή κατάσταση. «Είναι ο κακός μας εαυτός που μας καταδιώκει», λέει. Ένα πλάσμα που τρυπώνει παντού: στα social media, στην πολιτική, στην καθημερινότητα. Που καταπίνει αξίες, ειδήσεις, συνειδήσεις και μετά απορεί.
Το videoclip του Λάζαρου Γρεκού έρχεται να συμπληρώσει αυτό το σύμπαν με εικόνες που ακροβατούν ανάμεσα στο grotesque και στο παραμύθι. Κι όμως, μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει πάντα μια χαραμάδα φωτός. Μια πεταλούδα. Μια παιδική φιγούρα. Η τέχνη η ίδια. «Είμαστε και οι δύο της θετικής ματιάς και του happy end», λέει ο Παχίδης, «αλλά με απόσταση και με ένα σαρδώνειο μειδίαμα».
Αυτό ακριβώς το μειδίαμα μεταφέρεται και στις εμφανίσεις στο Καφωδείο Ελληνικό. Εκεί όπου ο σκώληξ «ξεπηδά από τα φανάρια των μπλόκων, τυλίγει πνευματικούς και γερόντισσες, καταπίνει Νόμπελ Ειρήνης και χρυσά βατόμουρα Μερκοσούρ», σε μια performance που δεν φοβάται να γίνει σουρεαλιστική, πολιτική, ποιητική και γελοία, όλα μαζί. Γιατί μόνο έτσι, ίσως, μπορεί να ειπωθεί η αλήθεια.
Οι παραστάσεις δεν υπόσχονται λύσεις. Υπόσχονται όμως κάτι σπανιότερο: κοινή εμπειρία. Γέλιο που καθαρίζει. Σκέψη που δεν κουνάει το δάχτυλο. Και μια ελπίδα μεταμόρφωσης, έστω προσωρινής. «Στο χέρι μας είναι να γίνει ο σκώληξ πεταλούδα», λέει ο Δασκάλου. Ακόμη κι αν, όπως αστειεύεται ο Παχίδης, κάποιος άλλος έχει ήδη γράψει το τραγούδι γι’ αυτό.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το στοίχημα αυτής της συνάντησης: όχι να αλλάξει τον κόσμο, αλλά να μας θυμίσει ότι μπορούμε ακόμη να γελάμε με αυτόν και κυρίως με εμάς. Κι αν μόνο τα Σάββατα «δεν έχουν τσέπες», γι’ αυτό και μόνο αυτή την ημέρα πραγματοποιούνται οι εμφανίσεις, τότε ίσως είναι η κατάλληλη μέρα για να τις αδειάσουμε από βάρη. Να μπούμε στο Καφωδείο σαν σε παλιό σπίτι. Και να αφήσουμε, έστω για λίγο, τον σκώληκα απ’ έξω.