Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την αύξηση του κατώτατου μισθού, από τον Απρίλιο του 2026. Μερίδα της αντιπολίτευσης έσπευσε να χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη ενέργεια ως «ψίχουλα». Σοβαρότερα κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ, προσπάθησαν να μείνουν στην ουσία του θέματος. Το ζητούμενο δεν είναι η ονομαστική-λογιστική αύξηση των μισθών, αλλά η βελτίωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης των μισθωτών. Και προς αυτήν την κατεύθυνση βοηθάει μεν η αύξηση του «κατώτατου μισθού», αλλά δεν αρκεί.
Πράγματι, το βασικό ζητούμενο για κάθε μισθωτό, παγκοσμίως, είναι η πραγματική αγοραστική δύναμή του. Το χρήμα -στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού συστήματος- είναι το μέσο κάλυψης στοιχειωδών βιοτικών αναγκών. Οι τελευταίες, όμως, συγκαθορίζονται από τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Δεν αρκεί να έχουμε «κάποια χρήματα», αλλά όσα απαιτούνται για την κάλυψη αυτών των αναγκών. Και στο σημείο αυτό κομβικό ρόλο διαδραματίζει η περιλάλητη ακρίβεια.
Με άλλα λόγια, μπορεί ο κατώτατος μισθός να αυξάνεται ως έναν βαθμό, αλλά η ακρίβεια καθιστά ακόμα πιο δυσπρόσιτα τα απαιτούμενα αγαθά. Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε την περίοδο 2019 μέχρι σήμερα κατά 35%, ενώ ο πληθωρισμός -σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας- ανήλθε την ίδια περίοδο στο 19,8%. Άρα, σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, οι μισθωτοί είδαν πραγματική αύξηση τουλάχιστον 15%. Οι περισσότεροι θα απορήσουν: Εάν τούτα είναι αληθή για ποιο λόγο ο οικογενειακός προϋπολογισμός συμπιέζεται; Για ποιο λόγο οι περισσότεροι δηλώνουν ότι δεν τους φτάνουν τα χρήματα πριν μπουν στο τρίτο δεκαήμερο του μήνα; Συνεπώς, είτε η κυβέρνηση ψεύδεται είτε η ζώσα πραγματικότητα.
Εθνικά ωφέλιμον είναι το αληθές και δυστυχώς η κυβέρνηση λέει τη μισή αλήθεια. Η χώρα μας την τελευταία 7ετία (2019-2025), βίωσε εκρηκτική άνοδο τιμών με τον πληθωρισμό σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών να εκτοξεύεται σωρευτικά ακόμα και στο 43,7%! Στα τρόφιμα η άνοδος έφτασε έως 30%, στην ενέργεια έως 40%, ενώ τα ενοίκια στα μεγάλα αστικά κέντρα αυξήθηκαν μέχρι 40% και στην περιφέρεια 20%! Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθωτών μειώθηκε και δεν αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια.
Εν κατακλείδι, εάν πραγματικά θέλουμε να υποστηρίξουμε το διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών πρέπει να δώσουμε αλλού έμφαση. Πρώτα-πρώτα στην καταπολέμηση της ακρίβειας. Η επιμονή του πληθωρισμού σε συγκεκριμένους κλάδους της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι δυσεξήγητη. Οφείλεται στην καρτελοποίηση της αγοράς και στην απουσία κουλτούρας γόνιμου ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, απαιτείται γενναία μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ιδίως αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών σε σχέση με τον μισθό. Σήμερα, η αναλογική αύξηση των εισφορών (ως παρακολούθημα του μισθού) λειτουργεί ως αντικίνητρο και πολλές φορές τρέφει την παραοικονομία. Για ποιο λόγο να μην μπορεί να επιλέγει ο μισθωτός ασφαλιστική κλάση, όπως ο ελεύθερος επαγγελματίας; Εάν τούτο συνέβαινε θα μπορούσε να αυξάνονταν ο πραγματικός μισθός και η ασφαλιστική εισφορά να παρέμενε ίδια ή να είχε σαφώς μικρότερη αύξηση. Μία τέτοια τακτική ούτε στα ασφαλιστικά ταμεία θα δημιουργούσε πρόβλημα. Τούτο διότι θα μειωνόταν η εισφοροδιαφυγή μέσω της μείωσης της παραοικονομίας και ταυτόχρονα θα δίνονταν κίνητρα για περισσότερες προσλήψεις. Ακόμα και όσοι σήμερα λειτουργούν μέσω εταιρικών οχημάτων, ενώ στην ουσία παρέχουν οιονεί μισθωτή εργασία θα επέλεγαν την προστασία της εργασίας τους μέσω της ανάδειξης της πραγματικότητας αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων.
Ας δούμε το δάσος και όχι το δένδρο. Υπάρχουν λύσεις για την πραγματική αύξηση των εισοδημάτων των μισθωτών. Μην αρκούμαστε στα καθρεφτάκια των ιθαγενών…
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 29.03.2026