Από τον Πύργο της Μαύρης Θάλασσας στη Θεσσαλονίκη των βιβλίων

Ο μεταφραστής Σπύρος Ν. Παππάς μιλά για τη βουλγαρική λογοτεχνία, τη δύναμη της μετάφρασης και τη «γέφυρα» ανάμεσα σε δύο γλώσσες

Με κεντρικό σύνθημα «Η Λογοτεχνία πέρα από τα Σύνορα / Literature beyond Borders», η 22η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης ανέδειξε φέτος τη Βουλγαρία ως τιμώμενη χώρα, φωτίζοντας μια λογοτεχνική σκηνή που τα τελευταία χρόνια κερδίζει όλο και μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση. Από τον Georgi Gospodinov, που κατέκτησε το International Booker το 2023, μέχρι τη Rene Karabash, η οποία βρέθηκε στη βραχεία λίστα του International Booker Prize 2026 με το μυθιστόρημα She Who Remains, η σύγχρονη βουλγαρική λογοτεχνία δείχνει να ξεπερνά τα γεωγραφικά και γλωσσικά της όρια.

Σε αυτή τη διαδρομή, κομβικός είναι ο ρόλος των μεταφραστών. Ένας από αυτούς είναι ο Σπύρος Ν. Παππάς, Έλληνας που ζει μόνιμα στη Βουλγαρία και έχει αφιερωθεί στη μετάφραση βουλγαρικής λογοτεχνίας στα ελληνικά. Με αφορμή τη συμμετοχή του στην 22η Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, μιλά για τη ζωή του στο Μπουργκάς, τη γνωριμία του με τη λογοτεχνία της γειτονικής χώρας, τη μετάφραση της Καραμπάς και τη βαθιά, σχεδόν δημιουργική σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον μεταφραστή.

«Στον Πύργο δεν νιώθεις ξένος»

Ο Σπύρος Παππάς ζει και εργάζεται στη Βουλγαρία εδώ και χρόνια, έχοντας επιλέξει το Μπουργκάς, τον παλιό ελληνικό Πύργο, ως τόπο μόνιμης εγκατάστασης. Όπως λέει, η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή λειτουργεί σαν μια φυσική γέφυρα ανάμεσα στις δύο χώρες.

«Αποφάσισα να εγκατασταθώ στη χώρα αυτή για προσωπικούς λόγους. Αλλά να συμπληρώσω ότι στο μέρος της Βουλγαρίας στο οποίο εγκαταστάθηκα, το Μπουργκάς ή Πύργος, η γενέτειρα του Βάρναλη, είναι ένας τόπος όπου ένας Έλληνας δεν νιώθει ξένος όπως θα αισθανόταν στη Σκανδιναβία ή στη Γερμανία. Έχει πάρα πολλά ελληνικά στοιχεία, όχι μόνο ο Πύργος αλλά και τα πέριξ μέρη, όπως η Σωζόπολη, η Μεσήμβρια, η Βάρνα. Η ατμόσφαιρα και ο αέρας έχουν κάτι το ελληνικό».

Η μετάφραση, όπως εξηγεί, προέκυψε σχεδόν οργανικά μέσα από τη γλωσσομάθεια και την αγάπη του για τη λογοτεχνία.

« Όταν αποκτάς πολύ καλή επάρκεια σε μια γλώσσα και αγαπάς τη λογοτεχνία ως αναγνώστης, αρχίζεις να σκέφτεσαι: “Αυτό είναι ένα πολύ καλό έργο· γιατί να μην το γνωρίσει και το ελληνικό κοινό;” Έτσι ξεκίνησα».

Από τον Γκοσποντίνοφ στην Καραμπάς

Παρότι εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, η μετάφραση, όπως λέει ο ίδιος, είναι «η κρυφή του αγάπη». Ξεκίνησε μεταφράζοντας διηγήματα για έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, φέρνοντας για πρώτη φορά στα ελληνικά έργα σημαντικών Βούλγαρων συγγραφέων.

«Είχα τη μεγάλη τιμή και χαρά να είμαι ο πρώτος που μετέφρασε πεζά του Georgi Gospodinov στα ελληνικά, στο ιστολόγιο ‘Ιστορίες Μπονζάι Πλανόδιων’ και σε διάφορα άλλα έντυπα».

Η συνεργασία του με τις εκδόσεις Μεταίχμιο τον έφερε στη συνέχεια κοντά στη Rene Karabash και στο μυθιστόρημα Η Ορκισμένη, το βιβλίο που γνώρισε διεθνή επιτυχία ως She Who Remains.

«Στην Καραμπάς φτάσαμε μέσω του Μεταίχμιου. Μου έγινε πρόταση να αναλάβω τη μετάφραση σε μια πολύ φορτωμένη περίοδο εργασιακά, αλλά όταν διάβασα τις πρώτες είκοσι σελίδες είπα: ‘Πρέπει να το κάνω πάση θυσία’. Είναι ένα πάρα πολύ δυνατό βιβλίο. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει μεταφραστεί σε τόσες γλώσσες, ότι έγινε ταινία, θεατρική προσαρμογή και ότι είναι υποψήφιο για Booker. Θίγει επίκαιρα αλλά και διαχρονικά ζητήματα και ο τρόπος γραφής του μου μίλησε πολύ προσωπικά».

spyros-pappas.jpg

«Ο μεταφραστής γίνεται συνδημιουργός»

Η σχέση του με τους συγγραφείς που μεταφράζει δεν είναι απλώς επαγγελματική. Με την Καραμπάς γνωρίστηκαν προσωπικά πριν ακόμα ξεκινήσει η μετάφραση.

«Ήπιαμε έναν καφέ, μιλήσαμε, βρήκαμε πολλά κοινά στοιχεία και παιδικά βιώματα που μας έφεραν πιο κοντά. Είναι πολύ μεγάλη μου χαρά που έφερα αυτό το βιβλίο από τα βουλγαρικά στα ελληνικά», λέει ο Σπύρος Παππάς.

Για τον ίδιο, ο μεταφραστής δεν είναι ένας «τεχνικός» της γλώσσας αλλά ένας αληθινός συνδημιουργός του έργου.

«Όταν είχα συναντήσει τον Γκοσποντίνοφ και του έδωσα να μου υπογράψει το βιβλίο του, έγραψε: “Στον Σπύρο Παππά, για όλες τις δικές μας ιστορίες”. Οι ίδιοι οι δημιουργοί αναγνωρίζουν ότι ο μεταφραστής γίνεται ως έναν βαθμό συνδημιουργός. Και ειδικά όταν το λέει ο συγκεκριμένος συγγραφέας, αυτό αποκτά άλλη βαρύτητα».

Οι μεταφραστές ως «γέφυρες»

Ο Σπύρος Παππάς πιστεύει ότι ο ρόλος των μεταφραστών είναι ακόμη σημαντικότερος όταν πρόκειται για λογοτεχνίες «μικρών» γλωσσών.

«Οι μεταφραστές χτίζουμε γέφυρες γιατί είμαστε οι πρώτοι που ερχόμαστε σε άμεση επαφή με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Όταν μιλάμε για μια “μικρή” γλώσσα, όπως τα βουλγαρικά, ο ρόλος μας γίνεται πιο υπεύθυνος και πιο πολύτιμος. Μπορούμε να προτείνουμε συγγραφείς, να προτείνουμε βιβλία, να γράψουμε για ανθρώπους που θεωρούμε ότι κάνουν αξιόλογο έργο. Υπό αυτή την έννοια βοηθάμε και στην προσέγγιση των λαών και των πολιτισμών».

«Να μη χαθεί η ουσία του κειμένου»

Μιλώντας για τη διαδικασία της μετάφρασης, ο ίδιος τονίζει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η ισορροπία ανάμεσα στην πιστότητα και τη λογοτεχνική ομορφιά.

«Όταν μεταφράζουμε επακριβώς, πολλές φορές η πίστη λειτουργεί σε βάρος της ομορφιάς. Όταν, αντίθετα, παίρνεις υπερβολικές ελευθερίες, χάνεται η ουσία. Το σημαντικό είναι να κρατηθεί μια ισορροπία».

Κάθε συγγραφέας, λέει, απαιτεί διαφορετική προσέγγιση.

«Η Καραμπάς ήταν ένα βιβλίο - χείμαρρος. Ξεκίνησα να μεταφράζω την ώρα που το διάβαζα, χωρίς να κάνω πρώτα ολόκληρη ανάγνωση. Ήθελα να μη χαθεί ο αυθορμητισμός και η δυναμική του κειμένου. Πιστεύω ότι όσο περισσότερο ‘ψιλοκοσκινίζουμε’ κάτι, τόσο κινδυνεύουμε να χάσουμε σημαντικά κομμάτια του».

Μια δυναμική λογοτεχνία χωρίς σύνορα

Η παρουσία της Βουλγαρίας ως τιμώμενης χώρας με δέκα συγγραφείς, πέντε μεταφραστές και άλλους παράγοντες του βιβλίου στη φετινή ΔΕΒΘ αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, μια ουσιαστική ευκαιρία γνωριμίας του ελληνικού κοινού με μια λογοτεχνία που εξελίσσεται διαρκώς.

«Η Βουλγαρία έχει πολύ περισσότερους αξιόλογους συγγραφείς. Το δέκα είναι ένας αντιπροσωπευτικός αριθμός, αλλά είναι μια πολύ καλή αρχή και μια πολύ καλή βάση για τη συνέχεια. Βλέπουμε ότι η βουλγαρική λογοτεχνία μεταφράζεται, διακρίνεται διεθνώς και είναι πολύ δυναμική και ανοιχτή. Δεν είναι μια περιορισμένη βαλκανικότητα. Είναι μια λογοτεχνία που αφορά πολύ περισσότερο κόσμο».

Σε μια εποχή όπου τα σύνορα μοιάζουν συχνά να υψώνονται ξανά, η λογοτεχνία , αλλά και όσοι τη μεταφέρουν από γλώσσα σε γλώσσα, συνεχίζουν να αποδεικνύουν ότι οι πιο ουσιαστικές διαδρομές είναι εκείνες που ενώνουν.

Loader
ESPA